By Thomas Panagiotopoulos

«Πριν από μερικά χρόνια, παρατηρώντας τον ναυτικό χάρτη του Ιονίου, η ματιά μου έμεινε κολλημένη σε τρία μικρά νησάκια πάνω από την Κέρκυρα.
Σε καμία περίπτωση δεν φανταζόμουν ότι οι μικρές αυτές κουκίδες στο χάρτη θα κουβαλούσαν μέσα τους τόση ομορφιά»


Μαθράκι, Οθωνοί, Ερείκουσσα. Λίγα μόλις μίλια από τις βορινές ακτές της Κέρκυρας και όμως τόσο άγνωστα! Πόσοι από εμάς γνωρίζουν ότι η Ελλάδα δεν σταματά στην Κέρκυρα; Τρία μικρά νησιά που αποτελούν το βορειοδυτικότερο σημείο της χώρας μας. Τρεις καταπράσινες πινελιές στο γαλάζιο Ιόνιο.

Οκτώ Αυγούστου, έξι η ώρα το απόγευμα και τα φουσκωτά μας έδεναν στο λιμανάκι της Παλαιοκαστρίτσας στην Κέρκυρα. Ένα γέμισμα ήταν αρκετό για την 12ημερη παραμονή μας στα Διαπόντια νησιά, αφού οι αποστάσεις είναι μικρές και, όπως υπολογίσαμε, όσο και να προσπαθούσαμε θα ήταν αδύνατο να ξεπεράσουμε τα 120ν.μ. αυτονομίας μας.
Ήταν περασμένες εννιά και τα σκάφη, με το μέγιστο φορτίο τους, έτοιμα για απόπλου. Αν και από το Μαθράκι μάς χώριζαν μόλις 9ν.μ., αποφασίσαμε την αναχώρηση για την επομένη. Κι αυτό για δύο λόγους. Πρώτα, γιατί η προσέγγιση στο Μαθράκι είναι εξαιρετικά δύσκολη επειδή περιβάλλεται από πολύ ρηχά νερά και ιδιαίτερα επικίνδυνα. Έπειτα, η άφιξή μας εκεί, το βράδυ, θα μας στερούσε την γλυκιά εικόνα της πρώτης μας επαφής με το νησί.
Διανυκτέρευση λοιπόν στην Παλαιοκαστρίτσα. Στήσαμε τις τέντες και πέσαμε να κοιμηθούμε. Ο μικρός εξερευνητής μέσα μου όμως είχε διαφορετική άποψη. Πώς να είναι άραγε εκεί; υπάρχουν γραφικά χωριά, όμορφες ακτές; Τι θα συναντήσουμε; Ερωτήματα χωρίς απάντηση, αφού καμία πληροφορία δεν είχα για τα νησιά αυτά. Ούτε βρήκα κάποιο έντυπο ή έστω κάποια φωτογραφία για να έχω μία πρώτη εικόνα. Αυτό όμως, με έκανε ακόμα περισσότερο ανυπόμονο. Δεν κοιμόμουν. Περίμενα πώς και πώς να χαράξει.

Μαθράκι
ΜαθράκιΕννιά Αυγούστου
, επτά και μισή το πρωί. Οι μηχανές πήραν μπροστά και βγαίναμε αργά αργά, από το υπερπλήρες, με σκάφη, λιμανάκι. Η θάλασσα ήταν ασάλευτη. Κι ενώ η ταχύτητά μου ήταν στα 25knots, έριξα απότομα τις στροφές της μηχανής, ίσα-ίσα να μου κρατούν το σκάφος πλαναρισμένο. Προσπάθησα έτσι να επιμηκύνω τη διάρκεια του ταξιδιού και επομένως τη γοητεία του. Γι’ αυτό τον λόγο άλλωστε έχω εκτός λειτουργίας το GPS. Τελευταία, ταξιδεύω μόνο με την πυξίδα, όπως τον παλιό καλό καιρό. To GPS βρίσκεται μόνιμα στο ντουλάπι της κονσόλας. Κι αυτό γιατί πιστεύω ότι μου αφαιρεί ένα μεγάλο κομμάτι από την μαγεία του ταξιδιού. Ότι μειώνει την ένταση των συναισθημάτων μου. Καταργεί σε μεγάλο βαθμό την ανεπανάληπτη και γλυκιά ανασφάλεια του «δρόμου», καθώς και την χαρά που νιώθουμε στη θέα του προορισμού μας.
Αφαιρεί, αν θέλετε, κάτι από την μοναξιά του ταξιδιού, κάτι από την απεραντοσύνη της θάλασσας.
Έχω την αίσθηση ότι με το GPS, δύο μάτια από ψηλά με παρατηρούν, με καθοδηγούν. Δεν θέλω ακόμα και στη θάλασσα έναν υπολογιστή να μου καθορίζει την πορεία μου. Την πορεία, θέλω να την χαράζω μόνος και να την ταξιδεύω μόνος.
Μόνος στο απέραντο γαλάζιο. Και αυτή την αίσθηση δεν θέλω να την χάσω.
Έτσι, μετέφερα το GPS στο κουτί με τα βεγγαλικά. Για χρήση, μόνο σε δύσκολες συνθήκες ή σε περίπτωση ανάγκης, όπου βέβαια, είναι το απόλυτο εργαλείο.

Στο μικρό λιμανάκι
Όσο και αν καθυστερούσα όμως, άρχισε να αχνοφαίνεται στο βάθος ο ορεινός όγκος του νησιού. Σύντομα, ήμασταν μία ανάσα από τον νοτιοανατολικό κάβο, το ακρωτήριο Αρβανίτικο. Από εδώ ξεκινά μία υπέροχη παραλία με ψιλή άμμο. Λίγα μέτρα από τη θάλασσα ένα και μοναδικό κτίσμα. Το ταβερνάκι του Γιάννη. Λιτό και περιποιημένο, ιδανικό καταφύγιο για στιγμές ξεκούρασης και ηρεμίας. Συντροφιά με τον ήλιο και τη θάλασσα. Κι ενώ στην Κέρκυρα, θα είσαι τυχερός αν βρεις δύο μέτρα άμμου για να απλώσεις την πετσέτα σου, εδώ έχεις ολόκληρη αμμουδιά δική σου. Ούτε ένα ίχνος ανθρώπινης παρουσίας. Μία ανάσα μόλις από τις ακτές της Κέρκυρας και όμως νομίζεις πως βρίσκεσαι στην άκρη του κόσμου. Απολαμβάναμε στιγμές ξεγνοιασιάς και ηρεμίας.
Το μεσημεράκι, ο καιρός άρχισε να φορτώνει και έτσι βάλαμε πλώρη για το λιμάνι του νησιού, λίγο βορειότερα. Ένα τσιγάρο δρόμος. Βρισκόμασταν πλαγιοδετημένοι στις Πλάκες, όπως ονομάζεται το λιμανάκι. Απόλυτα ασφαλές σε όλους τους καιρούς. Ουσιαστικά πρόκειται για δύο λιμανάκια, το ένα μέσα στο άλλο. Κι ενώ περιμέναμε να δούμε κάποιον οικισμό γύρω από τις Πλάκες, το μόνο που υπάρχει είναι ένα καφέ-εστιατόριο. Προς ευχάριστη έκπληξη βέβαια. Διακόσια μέτρα πιο κάτω διακρίναμε τρία σπίτια, αλλά αυτά δεν συνιστούν οικισμό. Ακριβώς από τον λιμενοβραχίονα και προς το νότο ξεκινά μία αχανής παραλία που καταλαμβάνει όλη την ανατολική πλευρά του νησιού. Η παραλία Πορτέλο, με πλατιά αμμουδιά.
ΜεροβίγλιΓια αρκετή ώρα καθίσαμε στο καφενείο της προβλήτας απολαμβάνοντας το πρώτο μας καφεδάκι στον τόπο αυτό. Δεν υπήρχε ψυχή κι ας πλησιάζαμε τα μέσα Αυγούστου.
Γνωριστήκαμε με τον Κώστα, τον υπεύθυνο του καφενείου.
Η οικειότητα που νιώθαμε με τους ντόπιους, από την πρώτη στιγμή που πατήσαμε το πόδι μας στο νησί, ήταν πρωτόγνωρη. Αφού είχε τελειώσει με το σερβίρισμα, τον καλέσαμε στην συντροφιά μας. Η κουβεντούλα κράτησε μέχρι το βράδυ.

«Στο Μαθράκι ζουν 70 άνθρωποι όλοι κι όλοι», μας επισήμανε ο Κώστας.
«Ήταν αρχές του δεκαετίας του '60 όταν ξεκίνησε το μεταναστευτικό ρεύμα για Αμερική. 550 Μαθρακιώτες ζουν σήμερα στη Ν.Υόρκη. Αρκετοί από αυτούς έρχονται το καλοκαίρι στον τόπο τους».
Ο τουρισμός στο νησί διαρκεί λίγο περισσότερο από ένα μήνα ενώ η υποδομή του είναι 25 ενοικιαζόμενα δωμάτια όλα κι όλα. Όσο για πόσιμο νερό, φτάνει ίσα-ίσα για τις ανάγκες των ντόπιων. Είτε από πηγάδια είτε από γεωτρήσεις.
Το σκοτάδι είχε σκεπάσει τα πάντα, απέραντη ησυχία απλωνόταν παντού, ενώ στη βεράντα της ταβέρνας, λίγα μέτρα μόλις από τα σκάφη, η κουβέντα κρατούσε καλά. Διψασμένοι να γνωρίσουμε όσο μπορούμε τούτον τον τόπο οι ερωτήσεις διαδέχονταν η μία την άλλη.
Ο χειμώνας πώς είναι στο νησί;
Το χαμόγελο και μόνο του Κώστα μάς έδινε την απάντηση. «Τον χειμώνα τα πράγματα δυσκολεύουν πολύ. Ο καιρός αγριεύει, ενώ η θάλασσα μας δείχνει το κακό της πρόσωπο, δυσχεραίνοντας την επικοινωνία με την Κέρκυρα».
«Κάθε σπίτι έχει το δικό του φούρνο για ψωμί», συμπλήρωσε κάποιος από τη διπλανή παρέα.

Στο εσωτερικό του νησιού
Η επόμενη μέρα ήταν αφιερωμένη στο εσωτερικό του νησιού, αφού η πυκνή βλάστηση είναι τέτοια που μόνο αδιάφορους δεν μας άφηνε. Το πρωινό μάς βρήκε να ανηφορίζουμε τον τσιμεντένιο δρόμο προς το χωριό, 15 λεπτά με τα πόδια. Παλιάλωνο, όπως τόλεγαν. Μην φαντάζεστε πλατείες και ταβέρνες, στενά σοκάκια και μαγαζάκια. Δύο σπίτια, το καφέ-παντοπωλείο-εστιατόριο του Σπύρου Γέη, το αγροτικό ιατρείο και η εκκλησία του Αγ. Νικολάου αποτελούν το κέντρο του χωριού. Τα υπόλοιπα σπίτια είναι σκόρπια μέσα στο δάσος και σε μεγάλες αποστάσεις μεταξύ τους. Σε πλήρη αντίθεση με τα χωριά των αιγαιοπελαγίτικων νησιών, όπου τα σπίτια είναι μαζεμένα, συνωστισμένα. Και αυτό βέβαια μόνο τυχαίο δεν είναι. Στο Αιγαίο, βλέπετε, οι ισχυροί αέρηδες, ο καυτός ήλιος, το άγονο τοπίο, είναι μερικοί βασικοί παράγοντες που οδήγησαν τους κατοίκους να φτιάχνουν χωριά σαν κάστρα.

Συνεχίσαμε το δρόμο μέσα στην πυκνή βλάστηση. Θεόρατα ελαιόδεντρα και κυπαρίσσια, κατά κύριο λόγο. Σε κάποιο σημείο, ένα καλοδιατηρημένο καλντερίμι στα δεξιά μας, τράβηξε αμέσως την προσοχή μας. Σκεπασμένο κυριολεκτικά από τα δέντρα που δημιουργούσαν συνθήκες ιδανικής σκιάς. Δεν μπορούσαμε να αντισταθούμε στο κάλεσμά του, και αλλάξαμε πορεία. Μετά από αρκετής ώρας ανηφορική διαδρομή φτάσαμε σε ένα σπίτι με απεριόριστη θέα προς την άλλη πλευρά του νησιού, τη δυτική. Η κυρία του σπιτιού, πολύ ευγενικά, μας καλωσόρισε και μας κέρασε από ένα ποτηράκι ούζο. Πήραμε μερικές ανάσες, την ευχαριστήσαμε και συνεχίσαμε προς την κορυφή του νησιού. Μπροστά μας το σχολείο. Πριν την μεγάλη μετανάστευση φιλοξενούσε 100 περίπου παιδιά. Σταμάτησε όμως να λειτουργεί πριν από δύο χρόνια, μιας και δεν υπάρχουν πλέον παιδιά. Το χειμώνα όλα είναι δύσκολα και οι λιγοστές οικογένειες μετακομίζουν στην κοντινή Κέρκυρα.
ΚόντρακαςΈνα δρομάκι πιο πέρα οδηγεί στο ψηλότερο σημείο του νησιού, το Μεροβίγλι, με 160 μέτρα υψόμετρο. Κουρασμένοι, καθώς ήμασταν, καθίσαμε σε ένα πεζούλι και απολαμβάναμε τη θέα που απλωνόταν μπροστά μας. Βρισκόμασταν στο ωραιότερο μπαλκόνι. Ανατολικά, στο βάθος, διακρινόταν το λιμάνι και αμέσως μετά η απέραντη παραλία Πορτέλο. Στα δυτικά ξεχωρίζουν οι νησίδες Τραχιά και Πλατειά, σε απόσταση ενός και δύο μιλίων, αντίστοιχα, από τις δυτικές ακτές. Μοιάζουν να οριοθετούν μία εξαιρετικά επικίνδυνη θαλάσσια περιοχή. Περιοχή σπαρμένη με αμέτρητους υφάλους, ιδιαίτερα επικίνδυνους, για κάθε σκάφος. Ρεμβάσαμε για αρκετές ώρες, βυθισμένοι στην αγκαλιά της καταπράσινης φύσης.
Το απογευματάκι πήραμε τον κατήφορο για το χωριό. Συντομότερα απ' ότι υπολογίζαμε, βρισκόμασταν στο καφέ-παντοπωλείο-εστιατόριο του Σπύρου το οποίο είναι χωμένο μέσα στο πράσινο με όμορφη θέα προς τη θάλασσα. Ενώσαμε τρία τραπέζια και καθίσαμε κάτω από τον ίσκιο της μεγάλης κληματαριάς.

«Εδώ, τον χειμώνα συγκεντρώνεται όλο το χωριό. Τόπος συνάντησης και ψυχαγωγίας για καμιά σαρανταριά ηλικιωμένους και δεκαπέντε, περίπου, νεότερους. Αυτοί είναι όλοι κι όλοι οι κάτοικοι του νησιού, αφού δουλειές δεν υπάρχουν. Κι εκείνοι που μπορούν να εργαστούν ασχολούνται με τις ελιές ή είναι χτιστάδες», μας διηγείται ο Σπύρος. Και συνεχίζει...
«Το ρεύμα δεν έχει πολλά χρόνια που ήρθε ενώ στο λιμάνι, μόλις πριν πέντε χρόνια ολοκληρώθηκε. Όπως και ο μοναδικός τσιμεντένιος δρόμος».
Το γεμάτο παράπονο ύφος του άρχισε να μετατρέπεται σε οργή όταν τον μεταφέραμε λίγα χρόνια πίσω, τότε που άνθιζε η μεταφορά λαθρομεταναστών από την γειτονική Αλβανία.
«Πριν από τέσσερα χρόνια, έκλεβαν τα ταχύπλοά μας για να μεταφέρουν Αλβανούς. Είχε πάρει τέτοιες διαστάσεις η όλη κατάσταση, που αναγκαστήκαμε να κρατάμε σκοπιά στο λιμάνι κάθε βράδυ για έναν ολόκληρο χρόνο. Δεν είχαμε καμιά βοήθεια από την πολιτεία. Από τότε όμως που ανέλαβε η Interpol, επειδή κοντά στα δικά μας έκλεβαν και τουριστικά σκάφη, όλα ησύχασαν». Βλέποντάς μας λίγο ανήσυχους έσπευσε αμέσως να μας καθησυχάσει: «Μην ανησυχείτε, τώρα πλέον δεν υπάρχει κανένας απολύτως κίνδυνος».

Στις δυτικές ακτές και το παλιό λιμανάκι
Η τρίτη μέρα στο νησί, μας βρήκε στο καφενείο, στο λιμάνι, να γεμίζουμε δύο μεγάλες σακούλες με θρύμματα πάγου. Τον τακτοποιήσαμε στα ψυγεία μας και ξεκινήσαμε για τις δυτικές ακτές.
Με πολύ μικρή ταχύτητα και ιδιαίτερη προσοχή, ελισσόμασταν ανάμεσα στις πολυάριθμες ξέρες. Όλη αυτή η πλευρά μοιάζει με «ναρκοπέδιο» από υφάλους. Τελικά, μπήκαμε αργά-αργά στο παλιό λιμανάκι του νησιού, τον Κόντρακα. Μικρό και γραφικό λιμανάκι με έντονα τα σημάδια του χρόνου αποτυπωμένα πάνω του. Δύο ψαρόβαρκες ήταν αγκυροβολημένες, ενώ ένας ψαράς μπάλωνε τα δίχτυα του. Τον καλημερίσαμε και δέσαμε στο μικρό ντοκάκι.
Δύο παλιά κτίσματα και ένα παλιό βίντσι όλη η υποδομή. Ένας μεγάλος βράχος παίζει τον ρόλο λιμενοβραχίονα, κόβοντας τη φόρα του μαΐστρου, ενώ το μικρό ντοκάκι περισσότερο εξυπηρετεί να δένουν τα βαρκάκια παρά προστατεύει από τους νοτιάδες. Χωρίς πολύ σκέψη αποφασίσαμε διαμονή και διανυκτέρευση. Σε λίγη ώρα μετατρέψαμε το συμπαθητικό ντοκάκι σε «καθιστικό». Χρησιμοποιώντας δύο ψυγεία και μία ξύλινη τάβλα, φτιάξαμε ένα πρόχειρο τραπεζάκι, ενώ οι καρέκλες βγήκαν από τα σκάφη και τοποθετήθηκαν γύρω-γύρω. Τα καφεδάκια ήταν έτοιμα και καθισμένοι αναπαυτικά απολαμβάναμε την γαλήνη του τοπίου. Οι ώρες κυλούσαν όμορφα και νιώθαμε υπέροχα σ' αυτή την απομονωμένη γωνιά. Το απογευματάκι μάς βρήκε να ψαρεύουμε ένα μίλι δυτικότερα, στη νησίδα Τραχιά. Βυθός εντυπωσιακός, τα ψάρια όμως ελάχιστα. Λίγο η υπεραλιεία, λίγο η μόλυνση από τον πόλεμο στο Κόσσοβο, οδήγησαν σ' αυτό το αποτέλεσμα.
«Τα αμερικάνικα βομβαρδιστικά άδειαζαν τις βόμβες στην Αδριατική με ανυπολόγιστες συνέπειες. Μεγάλα ψάρια, όπως ροφοί που ζουν βαθιά, τα ξέβρασε η θάλασσα», μας είπε χαρακτηριστικά ο Σπύρος.

Το βραδάκι δίπλα στη φωτιά ετοιμάζαμε το φαγητό μας. Σαργοί βουτηγμένοι στο λαδολέμονο, έτοιμοι για τη θράκα. Το φεγγάρι, λίγο πριν το γέμισμά του έδινε μία μαγική διάσταση στο μικρό μας καταφύγιο.
ΤραχιάΈνα φωτάκι στο βάθος, στη θάλασσα, έδειχνε να ‘ρχεται προς το μέρος μας. Σε λίγα λεπτά ένα μικρό βαρκάκι μάς πλησίασε. Τρεις άντρες ήταν μέσα, Μαθρακιώτες που ζουν στην Αμερική, και έρχονται τα καλοκαίρια στον τόπο τους. Είχαν πεταχτεί μέχρι τις κοντινές ακτές της Κέρκυρας για ανεφοδιασμό. Το βαρκάκι ήταν γεμάτο με τρόφιμα. Μέσα στην νύχτα, με αναμμένους φακούς, ξεφόρτωναν σακιά με πατάτες, καρπούζια, ψωμιά... Το σκηνικό θύμιζε παλιές εποχές, τότε που η τροφοδοσία γίνονταν με απόλυτη μυστικότητα. Τους κεράσαμε ένα ποτηράκι ούζο και όλοι μαζί παραταχτήκαμε γύρω από τη φωτιά που σιγόκαιγε. Η κουβέντα στράφηκε στα παλιότερα χρόνια.
«Αυτό το μικρό λιμανάκι εξυπηρετούσε, κάποτε, όλο το νησί. Ήταν το κύριο λιμάνι. Εδώ έρχονταν οι βάρκες, φορτωμένες με την πολύτιμη πέτρα από τη νησίδα Τραχιά. Η Τραχιά, για πολλά χρόνια, προμήθευε με πέτρα τους Μαθρακιώτες. Ήταν ελαφριά και μπορούσε να κατεργαστεί εύκολα από τους μαστόρους. Από εδώ φόρτωναν τις πέτρες σε ζώα και τις μετέφεραν στα σημεία όπου χτίζονταν τα σπίτια. Σ' αυτό το λιμανάκι έρχονταν από την Κέρκυρα μεγάλα καΐκια. Καΐκια 10 τόνων, σ' αυτό τον μικρό χώρο! Πολλές φορές μάλιστα, όταν έβγαζε πολύ καιρό, τα τραβούσαν έξω και τα γέμιζαν με πέτρες για να μην τα πάρει η θάλασσα. Μπορεί να έμεναν και για έναν ολόκληρο μήνα έξω. Το σπιτάκι, δίπλα, γέμιζε με τα εμπορεύματα, από όπου ξεκινούσε η διανομή στα σπίτια».

Περασμένες εποχές που το μικρό λιμανάκι έσφυζε από ζωή. Τώρα μόνο το βίντσι και τα δύο σφραγισμένα πια σπιτάκια έμειναν να θυμίζουν τον παλιό καιρό. Η κουβεντούλα συνέχισε μέχρι αργά και οι φίλοι μας φορτωμένοι με τις προμήθειές τους και με αναμμένους φακούς πήραν το ανηφορικό μονοπάτι που οδηγεί στα σπίτια τους, 500 μέτρα πιο πέρα, πάνω στον λόφο.
Δύο ολόκληρες μέρες μείναμε στον Κόντρακα. Μαγεμένοι από την ομορφιά του, την ιστορία του. Το μικρό, συμπαθητικό ντοκάκι μάς πρόσφερε στιγμές μοναδικές. Στιγμές από αυτές που τις φυλάς μέσα σου για πάντα.