του Θωμά Παναγιωτόπουλου

Πολλοί από εμάς τους «φουσκωτοπαθούντες», μας αρέσει να ζούμε σαν Ροβινσώνες, αποφεύγοντας το συνωστισμό των μαρινών και των λιμανιών, απαρνιώμενοι παράλληλα την ευκολία που αυτά προσφέρουν.

Αν λοιπόν ανήκουμε στην κατηγορία εκείνων που προτιμούν να αγκυροβολούν και να διανυκτερεύουν σε φυσικούς όρμους της αρεσκείας τους, να απολαμβάνουν τη μοναξιά της νύχτας και να ξεκινούν τη μέρα τους με μια βουτιά σε πεντακάθαρα νερά, τότε πρέπει να είμαστε πολύ καλά οργανωμένοι, πλήρως αυτόνομοι και να γνωρίζουμε κάποια πολύ βασικά στοιχεία.

Αγκυροβολία

Πρώτα πρώτα οφείλουμε να έχουμε μια σχετική γνώση των καιρών που επικρατούν στους τόπους όπου πρόκειται να διανυκτερεύσουμε. Και βέβαια μιλώντας για καιρούς, θα εστιάσουμε την προσοχή μας στα γνωστά μας μελτέμια που πνέουν στο Αιγαίο τους καλοκαιρινούς μήνες.

Ξεκινώντας με δεδομένο πως τα μελτέμια είναι βορειοανατολικών διευθύνσεων στο βόρειο Αιγαίο, βόρειων διευθύνσεων στο κεντρικό Αιγαίο και βορειοδυτικών διευθύνσεων στο νοτιοανατολικό Αιγαίο, αμέσως καταλήγουμε σε ένα γενικό συμπέρασμα: η αγκυροβολία μας πρέπει να αφορά όρμους των οποίων η είσοδος βλέπει στο γαρμπή όσον αφορά τα νησιά του βόρειου Αιγαίου, στην όστρια όσον αφορά τα νησιά του κεντρικού Αιγαίου και στο σορόκο όσον αφορά τα νησιά του νοτιοανατολικού Αιγαίου.
Έχοντας το παραπάνω συμπέρασμα σαν γενικό κανόνα, είναι πολύ φρόνιμο να αποφεύγουμε την αγκυροβολία για διανυκτέρευση σε όρμους των οποίων η είσοδος βλέπει στο βορρά, ακόμα και με τις ευνοϊκότερες μετεωρολογικές προβλέψεις.

Τα πράγματα θα ήταν βέβαια πολύ προβλέψιμα αν το Αιγαίο ήταν μια ανοιχτή θάλασσα χωρίς τα πολυάριθμα νησιά του και η αγκυροβολία μας, σύμφωνα με τον παραπάνω γενικό κανόνα, θα ήταν απόλυτα ασφαλής, χωρίς εκπλήξεις.
Το Αιγαίο όμως με τα αμέτρητα νησιά του, τη διαφορετική γεωγραφική θέση του καθενός και την ξεχωριστή μορφολογική τους διαμόρφωση, αποτελεί έναν «λαβύρινθο εμποδίων» μέσα στον οποίο είναι υποχρεωμένα να κινηθούν τα μελτέμια, διακόπτοντας έτσι την ομαλή τους πορεία. Συνεπώς, η διεύθυνση και η ένταση των μελτεμιών μεταβάλλονται σε μεγάλο βαθμό, κάνοντας σχεδόν αδύνατη την ακριβή τοπική πρόβλεψή τους. Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος που το Αιγαίο θεωρείται μια από τις δυσκολότερες θάλασσες, όπου, όχι τόσο τα προβλέψιμα μελτέμια, αλλά τα παραπάνω ιδιαίτερα γεωγραφικά χαρακτηριστικά του παίζουν τον καθοριστικότερο ρόλο.

Ακόμα λοιπόν κι αν αγκυροβολούμε σε όρμους των οποίων οι είσοδοι βλέπουν στο νοτιά, πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα επιφυλακτικοί. Είναι φρόνιμο να αποφεύγουμε να διανυκτερεύουμε σε όρμους όπου καταλήγουν ρεματιές ή βαθιά ανοίγματα ανάμεσα σε ψηλούς ορεινούς όγκους, όπου οι καταβατικοί άνεμοι (σπιλιάδες) που έρχονται από τη στεριά μπορεί να γίνουν ιδιαίτερα ισχυροί και επικίνδυνοι. Πρέπει ακόμα να παρατηρούμε αν ο κυματισμός που προκαλούν τα μελτέμια, «γυρίζει» μέσα στο υποψήφιο αραξοβόλι μας. Σε αυτή την περίπτωση, σίγουρα θα είναι εξασθενημένος, δεν θα μας επιτρέψει όμως να έχουμε μια ήσυχη και ευχάριστη διανυκτέρευση.

Αγκυροβολία

Αφού λοιπόν σταθμίσουμε τις παραπάνω παραμέτρους και επιλέξουμε τους όρμους διανυκτέρευσης, δεν μένει παρά να δέσουμε σωστά ώστε να είμαστε ασφαλείς.
Ξεκινώντας από την άγκυρα, δεν χάνουμε τίποτα αν τη φουντάρουμε αρκετά μακριά από την ακτή. Ισχύει βέβαια ο κανόνας πως το έκταμα του αγκυρόσχοινου ή της καδένας πρέπει να είναι τουλάχιστον τριπλάσιο του βάθους όπου αγκυροβολούμε, αλλά μη διστάσετε να αφήσετε πολύ περισσότερο έκταμα. Στη συνέχεια δοκιμάστε αν η άγκυρα έπιασε καλά, φερμάροντας το σχοινί ή την καδένα και αν θέλετε να είσαστε ακόμα πιο σίγουροι επαληθεύστε το βουτώντας με τη μάσκα σας. Έτσι, μπορείτε να κοιμόσαστε απόλυτα ήσυχοι χωρίς την αγωνία μήπως ξεσύρει η άγκυρα σε περίπτωση που οι καιρικές συνθήκες σας προδώσουν.

Αφού έχουμε σιγουρέψει την άγκυρά μας, ερχόμαστε στην πρύμνη για να δέσουμε τις πρυμάτσες. Είναι γεγονός πως πολλοί δεν δίνουν την απαραίτητη προσοχή όσον αφορά τις πρυμάτσες. Και όμως, συνήθως οι πρυμάτσες είναι αυτές που κρατούν το σκάφος και η σημασία της άγκυρας έρχεται σε δεύτερη μοίρα, αφού ο όρμος που επιλέξαμε είναι υπήνεμος, εκτός βέβαια της σπάνιας και απρόβλεπτης περίπτωσης που αλλάξει η διεύθυνση του ανέμου. Οι πρυμάτσες είναι αυτές που δέχονται τη μεγαλύτερη καταπόνηση, ιδιαίτερα όταν φυσούν δαιμονισμένα οι σπιλιάδες. Μην λησμονούμε πως όταν το μελτέμι πνέει με ένταση πέντε ή έξι μποφόρ, οι σπιλιάδες στις νότιες ακτές συχνά ξεπερνούν τα εννέα και δέκα μποφόρ, «σπάζοντας» τα ανεμόμετρα. Φαινόμενο καθόλου σπάνιο, ιδιαίτερα στα Κυκλαδονήσια.

Φροντίζουμε λοιπόν πάντοτε να δένουμε με δύο πρυμάτσες – και ποτέ με μία - οι οποίες μάλιστα να σχηματίζουν γωνία μεταξύ τους, που να κυμαίνεται από 45 έως 90 μοίρες στην πρύμνη του σκάφους. Με αυτό τον τρόπο ελαχιστοποιούμε τις πλευρικές μετατοπίσεις του σκάφους μας. Όσο μεγαλύτερη γωνία σχηματίζουν οι πρυμάτσες τόσο μικρότερες θα είναι και οι πλάγιες μετατοπίσεις.

Πρέπει να επιλέγουμε πολύ σταθερά σημεία στη στεριά για να δέσουμε τις πρυμάτσες μας, όπως είναι κορμοί δένδρων ή μεγάλοι βράχοι. Σε περίπτωση που δεν μας ικανοποιεί κάποιο σημείο, όσον αφορά την ευστάθειά του, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τη δεύτερη άγκυρά μας η οποία πρέπει να είναι ανάλογου μεγέθους και βάρους με την πλωριά. Βυθίζοντάς την καλά στην άμμο, δημιουργούμε ένα ισχυρό σημείο για να δέσουμε την πρυμάτσα μας.

Αγκυροβολία

Ως κόμπους επιλογής, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την καντηλίτσα για να δέσουμε τις πρυμάτσες μας στα στεριανά σημεία και οχτάρι, για να δέσουμε στα πρυμνιά κοτσανέλα. Δένοντας στα κοτσανέλα με οχτάρι, αφήνοντας μάλιστα αρκετό σχοινί να περισσεύει, έχουμε τη δυνατότητα να τραβήξουμε το σκάφος λίγα μέτρα πιο μακριά από την ακροθαλασσιά, όπου βρισκόμαστε κατά τη διάρκεια της ημέρας, χωρίς να χρειαστεί να βραχούμε ή να φτιάχνουμε προεκτάσεις, όταν έρθει η ώρα του ύπνου. Κάτι που δεν πρέπει να ξεχνάμε γιατί το βράδυ τα νερά υποχωρούν με αποτέλεσμα η ίσαλος να χτυπά στο βυθό και πέρα από τη διατάραξη της ησυχίας μας, μπορεί να προκληθεί και ζημιά αν υπάρχει κάποιος βράχος από κάτω. Αλλά ακόμα και στην περίπτωση που κάποιος, έστω και μικρός, κυματισμός έρχεται μέσα στο αραξοβόλι μας, γίνεται πιο ανώδυνος όταν δεν μας βρίσκει στα ρηχόνερα, όπου έχει την τάση να σπάει.

Και βέβαια, τόσο οι πρυμάτσες όσο και το αγκυρόσχοινο πρέπει να είναι «λάσκα». Τα σχοινιά δηλαδή, να μην είναι ποτέ τεντωμένα αλλά να σχηματίζουν μια μεγάλη «κοιλιά», ώστε να επιτρέπουν το σκάφος να «δουλεύει» στη θάλασσα. Να μπορεί να ακολουθεί αρμονικά και χωρίς καμιά αντίσταση τον παλμό του κυματισμού. Σε αντίθετη περίπτωση, τα σκορτσαρίσματα θα είναι έντονα και η καταπόνηση των σχοινιών και των κοτσανέλων τεράστια.

Με τη θάλασσα πρέπει να είμαστε πάντοτε επιφυλακτικοί. Σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να παρασυρόμαστε από το γλυκό της πρόσωπο και από την καλή μας διάθεση. Οι σπιλιάδες που πιθανόν να ξεσπάσουν μετά τα μεσάνυχτα κατεβαίνουν με τέτοια δύναμη, που μπορεί να μας βάλουν σε επικίνδυνες περιπέτειες. Αλλά και η ρεστία που είναι πιθανόν να εμφανιστεί μέσα στο υπήνεμο κολπάκι μας, αν δεν είμαστε καλά αγκυροβολημένοι θα μας δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα.

Όταν λοιπόν αγκυροβολούμε για βράδυ πρέπει να μας γίνει συνήθεια να δένουμε πολύ καλά, σαν να περιμένουμε να ξεσπάσει θύελλα. Ο έλεγχος της άγκυρας, ένας κόμπος παραπάνω ή ένα σχοινί περισσότερο δεν θα μας πάρουν παρά λίγα λεπτά της ώρας.

Συνοψίζοντας

Για να κοιμόμαστε ήσυχοι τις καλοκαιρινές νύχτες σε φυσικούς όρμους της αρεσκείας μας, και για να μην τρέχουμε πανικόβλητοι μέσα στα μαύρα σκοτάδια, πρέπει:

  • Να επιλέγουμε πάντοτε όρμους των οποίων οι είσοδοι να κοιτούν στο νοτιά και να παίρνουμε μετεωρολογική πρόβλεψη.
  • Να μην αψηφούμε ποτέ τη ρεστία και τις σπιλιάδες και να δένουμε πάντοτε σαν να πρόκειται να ξεσπάσει μπουρίνι.
  • Να παρατηρούμε πάντοτε τα σημεία στα οποία δένουν οι ντόπιοι ψαράδες όταν διανυκτερεύουν στις βάρκες τους. Αυτοί γνωρίζουν καλύτερα από τον καθένα τους τοπικούς καιρούς και τα σημάδια τους.
  • Να θυμόμαστε πάντοτε πως όσο σημαντική είναι η άγκυρα άλλο τόσο σημαντικές είναι και οι πρυμάτσες.
  • Αν είμαστε "πρωτόμπαρκοι" ή δεν έχουμε τη σχετική εμπειρία είναι φρόνιμο να αρχίσουμε να διανυκτερεύουμε σε φυσικούς όρμους παρέα με πιο έμπειρους.
...keep Ribbing!