Του Θωμά Παναγιωτόπουλου

Μια ανάσα από τον Κατηγιώργη, απέχουν οι νοτιοδυτικές ακτές της Σκιάθου. Βρισκόμασταν στη μέση του στενού και αναπολώντας περασμένες περιπέτειες, σταματήσαμε αρόδου για ένα τσιγάρο.



Αυτό το σημείο είναι βαθιά χαραγμένο στη μνήμη μας, καθώς αποτελεί το πρώτο «μεσοπέλαγό» μας πέρασμα. Τότε που ρίχναμε το μικρό συμβατικό μας στην παραλία του Κατηγιώργη, λίγο μετά τα μεσάνυχτα. Αφού το τραβούσαμε στην αμμουδιά, προσπαθούσαμε να ανάψουμε φωτιά με τα ποτισμένα από την υγρασία ξύλα. Μόλις τα καταφέρναμε, τυλιγόμασταν στους χοντρούς υπνόσακους και μέναμε ακίνητοι και σιωπηλοί, υποταγμένοι στη μυρωδιά της φωτιάς και στο άρωμα της θάλασσας. Είχαμε κλειστά τα μάτια κι όμως δεν κοιμόμασταν. Δεν υπήρχε καμιά πραγματική αιτία. Τίποτα δεν μας βασάνιζε, τίποτα δεν μπορούσε να μας αγγίξει. Ήμασταν μόνο κουρασμένοι και ονειρευόμασταν. Μέναμε άυπνοι μέχρι να ξημερώσει, βυθισμένοι σε μια σιωπηρή στάση αναμονής. Και πριν καλά καλά χαράξει, ο ξερός ήχος από το φερμουάρ του υπνόσακου έδινε το σύνθημα. Πεταγόμασταν πάνω, ρουφούσαμε από μια ζεστή γουλιά καφέ και «σαλπάραμε» για τη βόρεια Σκιάθο. Απόσταση όχι πάνω από 6 ν.μ και στη μέση της διαδρομής μάς έπιανε ρίγος, λες και βρισκόμασταν καταμεσής του πελάγους. Όσο ξεμακραίναμε τόσο η αγωνία μας μεγάλωνε. Καθισμένοι αντικριστά στους αεροθαλάμους, στιγμιαία τα βλέμματά μας συναντιόντουσαν προσπαθώντας να ξορκίσουν το φόβο μας. Μας έλειπαν οι εμπειρίες, μας οδηγούσε όμως ένα ακατανίκητο πάθος για τη θάλασσα και εκείνη η εφηβική δίψα για περιπέτειες, που υπερνικούσαν κάθε δισταγμό μας. Όταν είχε καιρό, ακόμα κι αυτά τα λίγα μίλια ήταν μια μικρή Οδύσσεια. Στα όρτσα, όλο το πλήρωμα έπεφτε στην πλώρη, κρατώντας σφιχτά τα ρέλια για να μην ορθοπλωρίζουμε και για πολλή ώρα παρέμενε εκεί, μούσκεμα μέχρι το κόκκαλο. Η μικρή μηχανούλα αγκομαχούσε για να ανέβει ένα κύμα, που πολλές φορές νομίζαμε ότι θα μας καταπιεί. Κι όταν με πολύ ζόρι τα κατάφερνε, ερχόταν η ελεύθερη πτώση και το γερό τράνταγμα στα πλευρά μας. Όργανα μηχανής δεν υπήρχαν και το check engine γινόταν με το αυτί.
ΣκιάθοςΤότε που κάθε λεπτομέρεια ήταν σημαντική. Τα τεπόζιτα, τα ψυγεία, οι υπνόσακοι και τα ψαροντούφεκα είχαν συγκεκριμένες θέσεις  ενώ το δέσιμό τους γινόταν πολύ προσεκτικά, ώστε να μην έρχονται καταπάνω μας με το πρώτο χτύπημα της πλώρης. Οι σάκοι μας, μέσα σε διπλές πλαστικές σακούλες, κι όμως καταφέρναμε να μην έχουμε τίποτε στεγνό για να φορέσουμε. Κι όταν κάποτε φτάναμε στον προορισμό μας, πανευτυχείς από το κατόρθωμά μας, ξεφορτώναμε τα πράγματα και στήναμε τις σκηνές στο καλύτερο σημείο της αμμουδιάς. Δίχως να χάνουμε καθόλου καιρό, λες και μας κυνηγούσε ο χρόνος, φορούσαμε γρήγορα γρήγορα τις στολές μας και πέφταμε για ψαροτούφεκο μέχρι τη δύση του ηλίου. Ήταν η εποχή που περνούσαμε ολόκληρη τη μέρα μέσα στο νερό και οι συζητήσεις μας αφορούσαν μόνο τις ψαρευτικές μας επιδόσεις και τις καταπληκτικές βολές μας, προσπαθώντας να περιγράψουμε με τον πιο παθιασμένο τρόπο, το πως καταφέρναμε να πάρουμε ή να χάσουμε το κάθε ψάρι.
Τα χρόνια πέρασαν, το σκαφάκι μεγάλωσε, τα μπαλόνια μάκρυναν. Η λαγουδέρα έγινε τιμονιέρα, η φουσκωτή καρίνα έγινε deep V, οι πλαστικές σακούλες αντικαταστάθηκαν από ευρύχωρα στεγανά ταμπούκια. Οι 20 κόμβοι έγιναν 40 και 45, οι αποστάσεις μίκρυναν, τα ταξίδια μεγάλωσαν. Θαλάσσιοι δρόμοι ανοίχτηκαν μπροστά μας, το υγρό στοιχείο έπαψε πλέον να αποτελεί εμπόδιο. Το πάθος μας για το ψαροτούφεκο άρχισε σιγά σιγά να δίνει τη θέση του στη λαχτάρα μας για ταξίδια και περιπλανήσεις σε νέους θαλασσινούς προορισμούς.

Στη Σκιάθο
Φανερά συγκινημένοι από τις υπέροχες και ανεπανάληπτες στιγμές που μας χάρισε το μικρό συμβατικό μας, διασχίσαμε σε λίγα λεπτά το άλλοτε «μεσοπέλαγο» και γεμάτο με περιπέτειες πέρασμά μας, και πλέαμε στις απάνεμες νότιες ακτές της Σκιάθου.
Νωρίς το απόγευμα, μπήκαμε στο πολύ γραφικό, παλιό λιμανάκι της Σκιάθου που στην ανατολική του πλευρά κλείνει με το πευκόφυτο Μπούρτζι, ενώ στη δυτική του προστατεύεται από μια μικρή βραχώδη χερσόνησο, πάνω στην οποία βρίσκονται σκαρφαλωμένα τα άσπρα διώροφα και τριώροφα σπιτάκια με τις κόκκινες κεραμιδοσκεπές και τα μπλε πορτοπαράθυρα, αποτελώντας ένα από τα ομορφότερα σημεία της χώρας.

Στο μέσο περίπου του παλιού λιμανιού, βρίσκεται ο μικρός μώλος, δυτικά από τον οποίο δένουν τις ψαρόβαρκές τους οι ντόπιοι ενώ ανατολικά αράζουν τα εκδρομικά καραβάκια που μεταφέρουν τον κόσμο σε κάθε γωνιά του νησιού, αλλά και στα γύρω μικρονήσια. Τα παλιά και στενόμακρα σπιτάκια, που βρίσκονται συνωστισμένα κατά μήκος του παραλιακού πεζόδρομου, συνθέτουν μια πολύ όμορφη νησιώτικη εικόνα, με τα ισόγειά τους να έχουν μετατραπεί σε καφετέριες που φιλοξενούν καθημερινά πολύ κόσμο.
Αμέσως μετά από το Μπούρτζι, που συνδέεται με τη στεριά με μια μκρή λωρίδα γης, ξεκινά το νέο λιμάνι του νησιού. Στη νότια πλευρά του δένουν τα πλοία και τα δελφίνια της γραμμής, ενώ στη βορινή πλευρά του υπάρχουν πολλές θέσεις ελλιμενισμού καθώς και μια πλωτή προβλήτα, όπου φιλοξενούνται μεγάλα τουριστικά σκάφη και ιστιοφόρα. Χρειάζονται όμως περισσότερες πλωτές προβλήτες, μιας και υπάρχει διαθέσιμος χώρος στον μεγάλο φυσικό όρμο του νέου λιμανιού, γιατί τα σκάφη που φτάνουν στο νησί είναι πάρα πολλά και η εύρεση κενής θέσης γίνεται συχνά αδύνατη.
παλιό λιμάνιΑφού περιδιαβήκαμε τον μικρό λόφο στο Μπούρτζι που κάποτε ήταν νησάκι, οχυρωμένο με ψηλά τείχη από τους Ενετούς για να προστατεύονται από τους επιδρομείς, σταθήκαμε για λίγο μπροστά από την προτομή του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, ο οποίος πλούτισε την ελληνική λογοτεχνία με πολλά διηγήματα και ποιήματα, περιγράφοντας και υμνώντας ταυτόχρονα με μιαν απίστευτη ειλικρίνεια τον τόπο του και τα έθιμά του, διδάσκοντάς μας και διαφυλάσσοντας στους αιώνες το μεγαλείο της ελληνικής γλώσσας.
Περπατήσαμε στην οδό Παπαδιαμάντη, τον πιο μεγάλο και πολυσύχναστο λιθόστρωτο δρόμο που αποτελεί και την κεντρική αγορά της Σκιάθου. Όλα βρίσκονται συγκεντρωμένα εδώ. Μαγαζιά με είδη δώρων, παντοπωλεία, φούρνοι, καφετέριες και ταβερνάκια, ενώ πολύς κόσμος τον διασχίζει καθημερινά, είτε για μια απλή βόλτα είτε για να κάνει τα ψώνια του. Από την οδό Παπαδιαμάντη ξεκινούν πολλά σοκάκια, που οδηγούν στις γειτονιές της χώρας και στο λιμάνι, ενώ  ένα μικρό στενάκι στην αρχή περίπου της οδού μας βγάζει σε μια μικρή πλατεία, όπου βρίσκεται το σπίτι που έζησε ο Άγιος των ελληνικών γραμμάτων, το οποίο έχει μετατραπεί σ’ ένα μικρό μουσείο όπου φυλάσσονται πολλά από τα υπάρχοντά του.
Αφού περιπλανηθήκαμε για αρκετές ώρες στα δαιδαλώδη στενά της Σκιάθου, ανηφορίσαμε στη δυτική πλευρά του παλιού λιμανιού, στη συνοικία Πλάκες, απ’ όπου η θέα προς τη θάλασσα και προς το Μπούρτζι είναι μαγευτική.

Η Σκιάθος εδώ και πολλά χρόνια αποτελεί το κοσμοπολίτικο τουριστικό θέρετρο των Σποράδων, αλλά και ολόκληρου του βορείου Αιγαίου. Οι καταπράσινες πλαγιές της, τα πεύκα που ακουμπούν στο κύμα, οι πολλές εξωτικές παραλίες που είναι στρωμένες με χρυσαφένια άμμο και οι πολύ καλές τουριστικές υποδομές της, είναι οι βασικότεροι λόγοι που έκαναν τη Σκιάθο διάσημη σε όλο τον κόσμο. Προσελκύοντας πολύ νεαρό κόσμο, φημίζεται για την έντονη νυχτερινή ζωή και όχι μόνο, αφού σχεδόν σε κάθε παραλία υπάρχει και από ένα beach bar, τα περισσότερα ίσως από κάθε άλλο νησί του Αιγαίου.
Είναι το δυτικότερο νησί των Σποράδων, με περίμετρο που δεν ξεπερνά τα 20 νμ, αποτελώντας ιδανικό προορισμό για διακοπές με σκάφος, αφού πέρα από τις αναρίθμητες παραλίες της, προσφέρεται και ως ορμητήριο για μονοήμερες εξορμήσεις στο κοντινό Πήλιο, από το οποίο χωρίζεται με στενό δίαυλο πλάτους τριών μιλίων,στις υπέροχες δυτικές ακτές της Σκοπέλου που απέχουν μόλις έξι ναυτικά μίλια καθώς και στα μικρονήσια που βρίσκονται μια ανάσα από το λιμάνι του νησιού.

Στα γύρω νησάκια
Πρωί πρωί, με τον ήλιο να βρίσκεται ακόμα χαμηλά στον ορίζοντα, βρισκόμασταν πάνω στο φουσκωτό, που ήταν στριμωγμένο ανάμεσα στα καίκια των ψαράδων. Τα σημαιάκια στις πρύμνες των σκαφών, κυμάτιζαν έντονα προς το νοτιά, δείχνοντάς μας πως έπρεπε να ξεχάσουμε προς το παρόν τις βορινές ακτές του νησιού. Έτσι αποφασίσαμε να επισκεφθούμε τα μικρά νησάκια που βρίσκονται απέναντι από το λιμάνι και να περιπλανηθούμε στις νότιες και δυτικές ακτές, που προστατεύονται καλά από τους βορειοανατολικούς ανέμους που πνέουν συνήθως στο νησί τους καλοκαιρινούς μήνες, φτάνοντας ως το ακρωτήρι της Αγίας Ελένης.
ΑρκοςΤα μικρά νησάκια που βρίσκονται σκορπισμένα νότια και ανατολικά από το λιμάνι της Σκιάθου, είναι βραχώδη χωρίς όρμους και παραλίες, με εξαίρεση τα δυο μεγαλύτερα, τη νησίδα Τσουγκριάς και τη νησίδα Αρκός. Το νησάκι του Τσουγκριά, μόλις δυο μίλια από το Μπούρτζι, είναι κατάφυτο με λιόδεντρα και πεύκα, με μια παραλία στη βορινή του πλευρά και άλλες δυο στη δυτική του. Η παραλία όμως που όσες φορές κι αν την επισκεφθούμε, φροντίζει πάντοτε να μας μαγεύει, είναι η βορινή της δυτικής πλευράς του νησιού. Μια πλατιά λωρίδα ολόλευκης άμμου σε σχήμα ημισέληνου, χωρίζει την πυκνή βλάστηση από τα ρηχά κρυστάλλινα νερά, θυμίζοντας περισσότερο κάποιο εξωτικό μέρος από το οποίο λείπουν μόνο οι φοίνικες. Χωρίς καμμιά αμφιβολία, αποτελεί μια από τις ομορφότερες ακτές των Σποράδων και όχι μόνο. Στη μέση περίπου της αμμουδιάς, λειτουργεί μικρή καντίνα που προσφέρει και θαλασσινούς μεζέδες, σε περίπτωση που θελήσουμε να διαμείνουμε σ’ αυτή τη μαγευτική ακτή ολόκληρη την ημέρα. Περπατώντας το μονοπάτι, κάτω από τη σκιά των πεύκων, σε λίγα λεπτά βγαίνουμε στη νότια παραλία της δυτικής πλευράς, που συγκεντρώνει λιγότερο κόσμο, δεν έχει όμως την αμμουδιά και την ομορφιά της πρώτης.
Λίγο βορειότερα συναντούμε τη νησίδα Αρκός. Από μακριά διακρίνεται η λωρίδα της χρυσαφένιας άμμου που ανηφορίζει για δεκάδες μέτρα στην απότομη πλαγιά, και ανάμεσα στην πυκνή βλάστηση φτάνει στην κορυφή του λόφου, προσφέροντας ένα εντυπωσιακό και πωτόγνωρο θέαμα, μοναδικό σε ολόκληρο το Αιγαίο. Ο σχεδόν κατακόρυφος αυτός αμμώδης διάδρομος, που θυμίζει σκηνικό του Λιβυκού πελάγους, καταλήγει στη θάλασσα, δημιουργώντας μια όμορφη αμμουδιά όπου μας περιμένει μια μικρή καντίνα που προσφέρει τα πάντα, κάτω από τη σκιά της καλαμωτής.

Περίπλους του νησιού
Επιστρέψαμε στο λιμάνι της Σκιάθου, κατεβαίνοντας τώρα παράκτια προς τις νότιες ακτές της, ακολουθώντας τις χρυσαφένιες αμμουδιές του νησιού, όπου καταλήγουν οι πευκόφυτες πλαγιές. Μέσα στην πυκνή βλάστηση, ξεπροβάλλουν εντυπωσιακές εξοχικές κατοικίες και όμορφα ξενοδοχειακά συγκροτήματα, σποραδικά κτισμένα κατά μήκος των νότιων ακτών, φτάνοντας μέχρι τις Κουκουναριές, στο δυτικό άκρο του νησιού. Από το λιμάνι μέχρι τη μικρή χερσόνησο της Καναπίτσας, συναντούμε τη Μεγάλη Άμμο, το μήκος της οποίας φτάνει το 1,5 χλμ και φιλοξενεί πολλά εστιατόρια κατά μήκος της ακτής, τις Αχλαδιές και τη Τζανεριά. Παραλίες τουριστικά οργανωμένες, που συγκεντρώνουν πολύ κόσμο, μιας και ο παραλιακός δρόμος περνά ακριβώς από δίπλα τους, ενώ και τα καραβάκια μεταφέρουν συνεχώς κόσμο.
ΚαστρονήσιαΤα πράγματα είναι καλύτερα στη νότια πλευρά της χερσονήσου της Καναπίτσας, όπου ο δρόμος περνά πολύ ψηλά και μόνο οι πιο τολμηροί κατεβαίνουν από το μακρύ μονοπάτι στις δυο πολύ όμορφες αμμουδιές που υπάρχουν εκεί. Στη μεγαλύτερη από αυτές, στου Κουτσουρή όπως λέγεται, τρία αδέλφια έχουν στήσει μια μικρή καντίνα και σ’ ένα πολύ φιλικό περιβάλλον, φροντίζουν να εξυπηρετούν τους μόνιμους σχεδόν θαμώνες που έρχονται και ξανάρχονται κάθε καλοκαίρι στην υπέροχη αυτή αμμουδιά. Τα τραπεζάκια στην άμμο, κάτω από τη σκιά των καλαμιών, δυο μόλις βήματα από τη θάλασσα, υπόσχονται ατέλειωτες ώρες ξεγνοιασιάς και ηρεμίας.
Από την Καναπίτσα μέχρι το ακρωτήρι Κορφούλα, ανοίγονται δυο μεγάλοι όρμοι που φιλοξενούν μοναδικές αμμουδιές. Στον πρώτο, η ακτή του Βρομόλιμνου, του Κολιού και του Πλατανιά διαδέχονται η μια την άλλη σ’ ένα πολύ όμορφο και καταπράσινο περιβάλλον. Περνώντας ανοιχτά από τα Τρουλονήσια φτάνουμε στον δεύτερο όρμο, όπου μας υποδέχονται οι διάσημες Κουκουναριές. Η καλοσχηματισμένη παραλία με την ψιλή άμμο, κατά μήκος της οποίας απλώνεται ολόκληρο πευκοδάσος που φτάνει μέχρι τη μικρή λίμνη της Στροφυλιάς που βρίσκεται ακριβώς από πίσω, διεκδικεί χωρίς καμιά αμφιβολία μια θέση ανάμεσα στις ομορφότερες της χώρας μας. Με ρηχά διάφανα νερά και αρκετές ξύλινες καντίνες, χωμένες μέσα στα πεύκα, συγκεντρώνει πολύ κόσμο που συνωστίζεται σε όλο το μήκος της, που φτάνει το ένα χιλιόμετρο. Τοπίο σπάνιας ομορφιάς που μαγεύει κάθε επισκέπτη. Στην ανατολική πλευρά της παραλίας, υπάρχει ένα μικρό λιμανάκι, τα νερά του οποίου ενώνονται με ένα μικρό ποτάμι με τα νερά της λίμνης. Το πέρασμα από το ποτάμι γίνεται πάνω από μια ξύλινη γέφυρα, που μας βγάζει στις Κουκουναριές. Στο μικρό αυτό λιμανάκι που απαγκιάζει σε κάθε καιρό, είναι δύσκολο να βρούμε κενή θέση, αξίζει όμως τον κόπο να προσπαθήσουμε.
Καβατζάροντας το ακρωτήρι Κορφούλα, περνάμε στη δυτική πλευρά της Σκιάθου που εκτείνεται σε μια ελάχιστη απόσταση, μικρότερη του ενός μιλίου, έως το ακρωτήρι της Αγίας Ελένης. Στο μικρό αυτό κομμάτι του νησιού, που προστατεύεται καλά από τα μελτέμια, βρίσκονται τρεις καταπληκτικές αμμουδιές, από τις ομορφότερες των Σποράδων. Η μεγάλη Μπανάνα, η μικρή Μπανάνα και η ακτή της Αγίας Ελένης. Όλες στρωμένες με χρυσαφένια άμμο, πλάι στην οργιαστική βλάστηση από εντυπωσιακά ψηλόκορμα πεύκα. Η μεγάλη Μπανάνα που είναι η γνωστότερη και ομορφότερη απ΄ όλες, μπορεί να συγκριθεί μόνο με εξωτικές παραλίες, και συγκεντρώνει τον περισσότερο κόσμο, κυρίως νεαρής ηλικίας, που κινείται στους ρυθμούς της δυνατής μουσικής που παίζει όλη την ημέρα το διασημότερο beach bar του νησιού. Αργά το απόγευμα, ο πολύς κόσμος εγκαταλείπει σιγά σιγά την παραλία, η οποία ξαναβρίσκει τους γαλήνιους ρυθμούς της, ενώ η ήλιος που γέρνει πίσω από τα βουνά του Πηλίου μας χαρίζει ένα αλησμόνητο ηλιοβασίλεμα.
Λίγο πριν το σκοτάδι σκεπάσει τα πάντα γύρω μας, μπαίναμε στο μικρό λιμανάκι στις Κουκουναριές. Ετοιμάσαμε το πλωριό μας κρεβάτι και πέσαμε για ύπνο, ενώ ο νους μας ταξίδευε για αρκετή ώρα στις χρυσαφένιες αμμουδιές που επισκεφθήκαμε. Το επόμενο πρωινό, με τους βοριάδες να έχουν κοπάσει αρκετά, βάλαμε πλώρη για τις βορινές ακτές της Σκιάθου, με τελικό προορισμό το παλιό λιμάνι όπου και θα διανυκτερεύαμε.
ΛαλάριαΠεριπλέοντας με χαμηλή ταχύτητα τη βορειοδυτική πλευρά του νησιού, από το ακρωτήρι της Αγίας Ελένης ως το ακρωτήρι του Κάστρου, σταθήκαμε σε όλες τις παραλίες που συναντήσαμε. Όλη αυτή η πλευρά είναι γεμάτη με διαδοχικές παραλίες, μερικές από τις οποίες είναι πολύ όμορφες. Άλλες μικρές και άλλες μεγάλες, στρωμένες με άμμο ή βότσαλο, σε τοπία πιο επιβλητικά και απόκρημνα. Ακόμα και στα μέσα του καλοκαιριού, ελάχιστο κόσμο θα συναντήσουμε σ’ αυτές τις ακρογιαλιές, που είναι ιδανικές για όσους αποζητούν την ηρεμία και τη γαλήνη, μακριά από το συνωστισμό των νότιων ακτών. Πολλές φορές μοναδικός σύντροφός μας, είναι ο ήχος των κυμάτων που σπρωγμένα από τα μελτέμια σκάνε στις ακτές. Ολόκληρη η βορειοδυτική πλευρά, που εκτείνεται σε μια απόσταση έξι ναυτικών μιλίων, δεν απαγκιάζει στους βοριάδες, γεγονός που μας φανερώνουν οι γερμένοι κορμοί των δέντρων και οι ξαπλωμένοι θάμνοι που ακουμπούν τα κλαδιά τους στις απότομες πλαγιές. Φτάνοντας στο Κάστρο, το βορειότερο ακρωτήρι του νησιού, συναντούμε τα Καστρονήσια. Δυο μικροί βράχοι με στενά περάσματα ανάμεσά τους και τον ύφαλο του «Καλαφάτη» σε πολύ κοντινή απόσταση στα δυτικά τους. Ανατολικά της μικρής χερσονήσου του Κάστρου, υπάρχει πολύ όμορφη βοτσαλωτή παραλία, από την οποία ξεκινά μονοπάτι που μας οδηγεί στην είσοδο της μεσαιωνικής καστροπολιτείας.

Λίγο πιο πέρα, συναντούμε την πιο διάσημη παραλία της Σκιάθου, τα περίφημα Λαλάρια. Τα ολόλευκα λεία βότσαλα που «λαλαρίζουν» στον ήλιο, η απότομη πλαγιά που ορθώνεται επιβλητικά πίσω από την ακτή και βέβαια ο άσπρος βράχος με τη χαρακτηριστική καμάρα στα σπλάχνα του σε συνδυασμό με τα εκπληκτικά γαλαζοπράσινα νερά, συνθέτουν μια συναρπαστική εικόνα σπάνιας ομορφιάς. Οι πρώτες απογευματινές ώρες, είναι οι καλύτερες για να επισκεφθούμε τα Λαλάρια, απολαμβάνοντας ένα μαγευτικό τοπίο, ιδιαίτερα όταν η θάλασσα είναι κάλμα στο βορινό αυτό σημείο του νησιού.
 Συνεχίζοντας την πορεία μας, αφού σταθήκαμε για λίγο στη «γαλάζια» και στη «σκοτεινή» σπηλιά, κατηφορίζαμε τη βορειοανατολική πλευρά της Σκιάθου. Το τοπίο εδώ, είναι περισσότερο αφιλόξενο και βραχώδες, με αρκετές παραλίες που δεν παρουσιάζουν όμως ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Περνώντας προσεκτικά ανάμεσα από τις διάσπαρτες νησίδες της ανατολικής πλευράς, στρέψαμε την πλώρη μας προς το Μπούρτζι και σε λίγη ώρα είμασταν δεμένοι στο παλιό λιμάνι.

Στην ενδοχώρα
Βέβαια, δεν υπήρχε περίπτωση να αφήσουμε τη Σκιάθο, μένοντας μόνο με τις αλησμόνητες εικόνες των εξωτικών παραλιών της. Την επόμενη μέρα, νοικιάσαμε ένα τζιπάκι από το λιμάνι και τραβήξαμε βόρεια, προς το εσωτερικό του νησιού, εξερευνώντας τα μοναδικά μοναστήρια και βέβαια την παλιά καστροπολιτεία της Σκιάθου, που για πολλούς αιώνες ήταν η πρωτεύουσα του νησιού. Διασχίζοντας το νησί, ανηφορίζοντας τους απρόσμενα απότομους χωματόδρομους, περνώντας μέσα από την πυκνή βλάστηση που πολλές φορές σχημάτιζαν σκοτεινές στοές, μέσα στις οποίες ήταν αδύνατον να περάσουν οι ακτίνες του ήλιου, σε μισή ώρα περίπου φτάσαμε στο βορειότερο άκρο του νησιού.
 ΣκιάθοςΕκεί, πάνω στην άκρη του απόκρημνου βράχου, στέκει μοναχικό και ερειπωμένο πια, το Κάστρο, που πολύ συχνά περιέγραφε στα διήγήματά του με τον δικό του μοναδικό τρόπο, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης.
Ανεβήκαμε τα απότομα σκαλιά και περάσαμε την μεγάλη ξύλινη πόρτα που οδηγεί στο εσωτερικό του. Η εκκλησιά της Γεννήσεως του Χριστού, που ήταν και η μητρόπολη του Κάστρου, άλλες τρεις μικρότερες, ένα μικρό σπιτάκι, το παλιό υδραγωγείο, το ετοιμόρροπο διοικητήριο και άμορφες μάζες από τις σωρούς πετρών στα σημεία που ήταν χτισμένα τα μικρά σπιτάκια, είναι ό,τι απέμεινε για να μας θυμίζει τον άλλοτε πυκνοκατοικημένο οικισμό. Εδώ πάνω, στο μικρό οροπέδιο του ακρωτηρίου που πολύ συχνά χτυπούν με μανία τα κύματα που σηκώνουν οι βοριάδες, αναγκάστηκαν να καταφύγουν οι Σκιαθίτες για να προστατευθούν από τους πειρατές, που ήταν η αιτία της ερήμωσης των παραθαλάσσιων χωριών όλων σχεδόν των νησιών του Αιγαίου. Οχύρωσαν τον φύσει απόρθητο και αφιλόξενο βράχο με πέτρινα τείχη, χρησιμοποιώντας μια ξύλινη κινητή γέφυρα ως μόνη οδό επικοινωνίας με την στεριά. Μέσα στον περιορισμένο χώρο του Κάστρου, έχτισαν πολλές εκκλησιές και 300 μικρά σπιτάκια, στριμωγμένα για να χωρέσουν, όπου ζούσαν περίπου 1200 άνθρωποι. Χωρίς όμως να μπορούν να αποκρούουν πάντοτε με επιτυχία τις επιδρομές των επίδοξων κατακτητών, υπέφεραν για πολλά χρόνια από τις βαρβαρότητες των Βενετών και των Τούρκων. Με την απελευθέρωση, το Κάστρο σιγά σιγά εγκαταλείφθηκε και οι κάτοικοί του ξαναεγκαταστάθηκαν και πάλι στον παραθαλάσσιο οικισμό, όπου βρίσκεται η σημερινή χώρα. Λόγω της φτώχειας και της ανέχειας των χρόνων που ακολούθησαν, ξήλωσαν ότι χρήσιμο υπήρχε στα σπίτια του Κάστρου για να φτιάξουν τις νέες τους κατοικίες. Έτσι, με το πέρασμα των χρόνων τα σπίτια σωριάστηκαν και το μεγαλύτερο μέρους του περιμετρικού τείχους κατέρρευσε, παρασέρνοντας μαζί τους ένα ζωντανό κομμάτι της ιστορίας του νησιού.
Προσπαθώντας να διανοηθούμε πως είναι δυνατόν, πάνω στον μικρό αυτόν ξερόβραχο να έχει φτιαχτεί μια μικρή πολιτεία μέσα στην οποία να επιβιώνουν για πέντε ολόκληρους αιώνες οι κάτοικοι του νησιού, και κάτω μάλιστα από τη σκληρή πολλές φορές καταπίεση των κατακτητών, αφήναμε στη μοναξιά του το βορινό ακρωτήρι και πήραμε το δρόμο της επιστροφής. Κάπου στα κεντρικά του νησιού, κάναμε αριστερά ακολουθώντας την πινακίδα που μας έδειχνε το δρόμο για το μοναστήρι της Ευαγγελίστριας. Χτισμένο σύμφωνα με τα πρότυπα των μοναστηριών του Αγίου Όρους, κάτω από την ψηλότερη κορυφή της Σκιάθου και αθέατο από ανθρώπου μάτι, βρίσκεται το επιβλητικό μοναστήρι της Παναγιάς της Ευαγγελίστριας. Στο εσωτερικό του, που την εποχή της ευημερίας του φιλοξενούσε 70 μοναχούς, φυλάσσονται μεγάλης σημασίας κειμήλια και σπάνια χειρόγραφα. Εκείνο όμως που το κάνει να ξεχωρίζει, πέρα από την εντυπωσιακή αρχιτεκτονική του και κάποιες μεγαλειώδεις και περίτεχνες κατασκευές στο εσωτερικό του, είναι πως στους χώρους του φιλοξενήθηκαν πολλά γνωστά ονόματα της επανάστασης του 1821, ανάμεσά τους και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ενώ παράλληλα θεωρείται η γενέτειρα της Ελληνικής Σημαίας. Στο μοναστήρι της Ευαγγελίστριας, τον Σεπτέμβριο του 1807, σχεδιάστηκε, φτιάχτηκε, ευλογήθηκε και υψώθηκε η πρώτη ελληνική σημαία με τον μεγάλο λευκό σταυρό σε γαλάζιο φόντο.
Το σούρουπο, μας βρήκε στα σοκάκια της Χώρας, απολαμβάνοντας τον απογευματινό μας περίπατο λίγες ώρες πριν αποσυρθούμε στη «φουσκωτή» μας οικία.

Για όσους ταξιδεύουν
Η Σκιάθος χαρακτηρίζεται για τις εκπληκτικές χρυσαφένιες αμμουδιές της, όπου όμως συνωστίζεται πολύς κόσμος. Οι καλύτεροι μήνες, κατά τους οποίους μπορούμε να απολαύσουμε ακόμα και τις διάσημες ακτές της με σχετική ηρεμία, είναι αναμφίβολα ο Ιούνιος και ο Σεπτέμβριος.
Ακόμα και τις περιόδους που πνέουν με ισχυρή δύναμη τα μελτέμια, οι νότιες και οι δυτικές ακτές απαγκιάζουν πολύ καλά, επιτρέποντάς μας να χαρούμε τις εξωτικές παραλίες τους.
Τα νησάκια που βρίσκονται μια ανάσα, νότια και ανατολικά από το λιμάνι, κρύβουν πολλές όμορφες εκπλήξεις που σίγουρα θα μας εντυπωσιάσουν.
Ο περίπλους του νησιού, που δεν ξεπερνά τα 20 νμ, έχει μεγάλο ενδιαφέρον, κρύβει όμως αρκετά επικίνδυνα σημεία που χρειάζονται ιδιαίτερη προσοχή.
Οι ξέρες που βρίσκονται γύρω από το νοτιοδυτικό άκρο του νησιού, στο ακρωτήρι Κορφούλα, ο ύφαλος του «Καλαφάτη» λίγα μέτρα δυτικά από τα Καστρονήσια, τα μικρά βραχάκια βόρεια από τη νησίδα Αρκός, οι ξέρες νότια από τα Τρουλονήσια καθώς και το πέρασμα προς το λιμάνι βόρεια της νησίδας Μαραγκός, απαιτούν μεγάλη προσοχή.
Στο νησί υπάρχει το κυρίως λιμάνι, που βρίσκεται βόρεια από τη μικρή χερσόνησο του Μπούρτζι, το παλιό λιμάνι που βρίσκεται δυτικά από το Μπούρτζι και το μικρό λιμανάκι στην ανατολική πλευρά του όρμου Κουκουναριές, όπου όμως χρειάζεται αρκετή τύχη για να βρούμε κάποια ελεύθερη θέση.
Πέρα από τα λιγοστά αυτά λιμάνια, συγκριτικά με τον αριθμό των σκαφών που επισκέπτονται το νησί κάθε καλοκαίρι, ο όρμος που φιλοξενεί το κυρίως λιμάνι και η παραλία Κολιός που βρίσκεται ανάμεσα στα Τρουλονήσια και το ακρωτήρι Καλαμάκι, αποτελούν τα καλύτερα και ασφαλέστερα σημεία για διανυκτέρευση στο σκάφος.
Ανεφοδιασμό σε καύσιμα και πάγο, μπορούμε να κάνουμε εύκολα στο νέο λιμάνι, ενώ μαγαζιά που διαθέτουν τα πάντα καθώς και ξενοδοχεία, βρίσκονται πάνω στον παραλιακό δρόμο.