Του Θωμά Παναγιωτόπουλου

Ένας πολύ στενός δίαυλος μόλις 200 μέτρων χωρίζει το Πάνω από το Κάτω Κουφονήσι, που αποτελούν τα τελευταία χρόνια έναν από τους πιο ελκυστικούς προορισμούς του Αιγαίου.

Κουφονήσια

Για πολλά χρόνια αποτελούσαν έναν ιδιόρρυθμο προορισμό, με τον δικό τους ξεχωριστό χαρακτήρα, ο οποίος μάλλον καθιερώθηκε από μια συγκεκριμένη κατηγορία ανθρώπων που τα επισκέπτονταν σε μόνιμη βάση. Θεωρούνταν το καταφύγιο για τους περισσότερο «ψαγμένους», για αυτούς που αναζητούσαν την απομόνωση και την χωρίς όρια ελευθερία, έξω από τα συνηθισμένα και πέρα από τον καθορισμένο τρόπο διακοπών, σε ένα περιβάλλον απόλυτα γνήσιο και ανέγγιχτο από την τουριστική ανάπτυξη. Τον τελευταίο καιρό όμως τα πράγματα άλλαξαν, με το Πάνω Κουφονήσι να γνωρίζει μια ραγδαία τουριστική ανάπτυξη και να συγκεντρώνει κάθε χρόνο όλο και περισσότερο κόσμο. Δεν ισχύει όμως το ίδιο και με το Κάτω Κουφονήσι, το οποίο έχει ανακηρυχθεί ολόκληρο ως αρχαιολογικός χώρος, και παραμένει σχεδόν ακατοίκητο.
Έχει περάσει πια η εποχή που μόνο ο Σκοπελίτης γυρνούσε στις μικρές Κυκλάδες εξυπηρετώντας τις ανάγκες των ντόπιων. Θυμάμαι πριν λίγα μόλις χρόνια, που περιμέναμε τον Σκοπελίτη στην προβλήτα της Μεγάλης Άμμου, τότε δεν υπήρχε η μαρίνα ούτε και βενζινάδικο στο νησί, να μας φέρει το πολυπόθητο βαρέλι της δυσέρευτης βενζίνης από τα Κατάπολα της Αμοργού. Τώρα το Άνω Κουφονήσι συνδέεται τρεις φορές την εβδομάδα με τον Πειραιά, ενώ εκτελούνται καθημερινά δρομολόγια από τη Νάξο.

Κάτω Κουφονήσι

Πλησιάζαμε σιγά σιγά στον υπήνεμο ορμίσκο όπου φιλοξενείται το γραφικό λιμανάκι του νησιού, που βρίσκεται στο βορειοανατολικό άκρο του. Ο μοναδικός και ερημωμένος πια μικρός οικισμός, μας μεταφέρει πολλά χρόνια πίσω, τότε που στα λιγοστά λιθόκτιστα σπιτάκια ζούσαν καμιά δεκαριά οικογένειες, οι περισσότερες από τις οποίες ήταν Αμοργιανές. Ακόμα και σήμερα μπορούμε να διακρίνουμε, ανάμεσα στις χαμηλές πεζούλες, τα χωράφια όπου καλλιεργούσαν σιτάρι και κριθάρι, καθώς και τις στέρνες που πότιζαν τα ζωντανά τους.

Στο βορινό άκρο του ορμίσκου, βρίσκεται ένας μικρός μόλος και λίγο πιο πέρα η εκκλησία της Παναγιάς, που είναι και το μοναδικό αξιοθέατο του νησιού. Τον δεκαπενταύγουστο όλο το Πάνω Κουφονήσι βρίσκεται εδώ. Τα καίκια μεταφέρουν δωρεάν από τα χαράματα ντόπιους και επισκέπτες, στο μεγάλο πανηγύρι που γίνεται στον περίβολο της Παναγιάς. Με αθερίνα, λουκουμάδες και άφθονη ρακή που προσφέρονται κάτω από την μεγάλη καλαμωτή, το πανηγύρι της Παναγιάς αποτελεί το σημαντικότερο γεγονός του Κάτω Κουφονησίου.

Κουφονήσια

Στο νότιο άκρο του ορμίσκου, μπροστά από τα χαμηλά πέτρινα σπιτάκια, βρίσκεται ακόμη ένας μόλος όπου και δέσαμε. Εδώ πιάνουν μόνο περιστασιακά μερικές ψαρόβαρκες καθώς και τα εκδρομικά καίκια που μεταφέρουν τουρίστες στο νησί. Πήραμε τον τσιμεντένιο δρόμο που αποτελεί συνέχεια του μικρού μόλου και μετά από λίγα μέτρα βγήκαμε στην περίφημη ταβέρνα του Βενετσάνου. Ανοιχτή κάθε καλοκαίρι, αποτελεί πλέον το παραδοσιακό στέκι του Κάτω Κουφονησίου, σημείο συνάντησης και γλεντιών για τους παραθεριστές.
Τα μπλε τραπεζάκια κάτω από την πυκνή σκιά της καλαμωτής, η οποία είναι διακοσμημένη με δίχτυα, μακριές φτέρες και φρίσες, το ζωγραφισμένο πάτωμα και οι λιθόκτιστες πεζούλες με τους ασπρισμένους αρμούς, συνιστούν έναν υπέροχο χώρο που χαίρεσαι πραγματικά όταν τον ανακαλύπτεις. Πολύς κόσμος επισκέπτεται το ταβερνάκι μόνο και μόνο για να δοκιμάσει το νοστιμότατο κατσικάκι Κέρου και την απίθανη κακαβιά του Γιάννη και της Σοφίας.
Πίσω από την ταβέρνα βρίσκεται ο ιδιόκτητος χώρος του Βενετσάνου, όπου φιλοξενούνται αρκετοί κατασκηνωτές. Σκηνές διάσπαρτες μέσα στα σχίνα και κάτω από τις φίδες, στημένες παράλληλα με την ακτογραμμή ώστε να εξασφαλίζουν και την απαραίτητη θέα προς τη θάλασσα.

Κουφονήσια

Πέρα από τον μικρό οικισμό του λιμανιού, υπάρχουν και μερικές εξοχικές κατοικίες που είναι διάσπαρτες στο βόρειο τμήμα του νησιού. Κάπου εκεί συναντήσαμε και τον μπαρμπα Μιχάλη, που πάσχιζε μαζί με το σκύλο του να στριμώξει έναν κόκορα. Πετώντας του πέτρες προσπαθούσε να τον οδηγήσει σε αδιέξοδο, ο έξυπνος κόκορας όμως κατάφερνε και του ξέφευγε την τελευταία στιγμή. Βλέποντας τον μπαρμπα Μιχάλη μούσκεμα στον ιδρώτα, απλωθήκαμε όλοι γύρω γύρω και καταφέραμε σύντομα να εγκλωβίσουμε τον κόκορα. Με μια αστραπιαία κίνηση, τον άρπαξε από τα πόδια και τον πέταξε μέσα σ΄ ένα τσουβάλι.
«τον έχω παραγγελία από το Πάνω Κουφονήσι» μας είπε, έριξε το τσουβάλι στον ώμο του και κατευθύνθηκε στο λιμανάκι όπου δένει το βαρκάκι του.
Ο μπαρμπα Μιχάλης, γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Κάτω Κουφονήσι, και αποτελεί τον μοναδικό κάτοικο του νησιού εδώ και πολλά χρόνια. Συντηρεί περισσότερα από 200 κατσίκια και κάθε πρωί πηγαίνει με το γαιδουράκι του από το λιμάνι στην παραλία του Νερού. Βγάζει υφάλμυρο νερό από το πηγάδι, γεμίζει τις στέρνες, ταίζει τα ζωντανά και επιστρέφει στο λιμανάκι. Το απόγευμα με το βαρκάκι του πηγαίνει στο Πάνω Κουφονήσι, όπου διαμένει. Μόνο κάποια χειμωνιάτικα βράδια ξεμένει στο Κάτω Κουφονήσι, αποκλεισμένος από τους ισχυρούς νοτιάδες.

Περίπλους

Με αφετηρία το λιμανάκι κάναμε τον περίπλου του νησιού, που δεν ξεπερνά τα 7 ναυτικά μίλια. Με στενόμακρο σχήμα και μεγάλους κόλπους, φιλοξενεί όμορφες παραλίες, κάποιες από τις οποίες αποτελούν αγαπημένους προορισμούς γυμνιστών εδώ και αρκετά χρόνια.

Κουφονήσια

Πρώτα περιπλανηθήκαμε στην ανατολική πλευρά του νησιού, η οποία απαγκιάζει πολύ καλά από τα μελτέμια. Περνώντας προσεκτικά ανάμεσα από τα διάσπαρτα βράχια που βρίσκονται νότια από το λιμανάκι, συναντούμε δύο πολύ στενούς ορμίσκους με κοφτά βράχια και καταπράσινα νερά που αποτελούν ιδανικά σημεία για διανυκτέρευση. Αμέσως μετά βρίσκεται η μικρή βοτσαλωτή ακτή των Λάκκων, που αποτελεί το «επίνειο» των κατασκηνωτών που φιλοξενούνται στο χωράφι του Βενετσάνου. Μετά τους Λάκκους ανοίγεται ο μεγάλος κόλπος του Δέτη, με μια μικρή βοτσαλωτή ακτή στον δίδυμο μυχό του. Στο νοτιότερο τμήμα της ανατολικής πλευράς του νησιού, βρίσκεται η απλωτή παραλία του Νερού, που είναι η ομορφότερη και πιο δημοφιλής του Κάτω Κουφονησίου. Το νότιο και μεγαλύτερο μέρος της είναι στρωμένο με ψιλή άμμο και το υπόλοιπο με λεπτό βότσαλο. Στα μικρά βραχάκια της ακτής, όπου η αμμουδιά χωρίζεται από τη βοτσαλιά, βρίσκεται και το πρόχειρο ξύλινο μολάκι, όπου πιάνουν οι λάντζες που μεταφέρουν συνεχώς κόσμο από το Πάνω Κουφονήσι. Το ωραιότερο σημείο της παραλίας του Νερού είναι αυτό που βρίσκεται μπροστά από τον μεγάλο φοίνικα. Εδώ καταλήγει ένα βαθύ ρέμα, που είναι πνιγμένο στη βλάστηση και αποτελεί τον πυρήνα των ελεύθερων κατασκηνωτών. Σ΄ αυτό το σημείο η αμμουδιά φαρδαίνει πολύ και τα πελώρια αρμυρίκια μαζί με τον φοίνικα μοιάζουν με μια μικρή όαση, δίνοντας μια τροπική νότα εξωτικής ομορφιάς. Αιώρες στηριγμένες στα μεγάλα κλαδιά των αρμυρικιών, σκηνές και αυτοσχέδια καταλύματα, ψησταριές και πρόχειρα καθίσματα γύρω γύρω, αποτελούν το σημείο νυχτερινής συγκέντρωσης για τους μόνιμους της παραλίας. Όλοι μαζί, γίνονται μια μεγάλη παρέα και με κιθάρες και τραγούδια διασκεδάζουν όμορφα μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Μέσα στον όρμο του Νερού, αγκυροβολούν αρόδου αρκετά ιστιοπλοϊκά και μεγάλα σκάφη, όπου περνούν τη νύχτα τους.

Κουφονήσια

Καβατζάροντας τον νότιο ακρωτήρι του Νερού γυρίζουμε στη νότια πλευρά του νησιού, η οποία καταλαμβάνεται από τον μεγάλο κόλπο Πεζούλια. Στο μυχό του βρίσκεται η ομώνυμη παραλία, που απαγκιάζει από τα μελτέμια και αποτελεί ένα πολύ καλό σημείο διανυκτέρευσης. Στη δυτική της πλευρά είναι στρωμένη με βότσαλα, ενώ το ανατολικό τμήμα της είναι στρωμένο με άμμο. Ένας συμπαγής βράχος που φτάνει μέχρι την ακροθαλασσιά, δημιουργεί μια μεγάλη εσοχή που προσφέρει σκιά και αποτελεί ιδανικό μέρος για κατασκήνωση.
Καβατζάροντας τον νοτιοδυτικό κάβο, γυρίζουμε στη δυτική πλευρά του νησιού, η οποία προσβάλλεται αρκετά από τα μελτέμια. Πρώτα συναντούμε τη Μονόπετρα, όπου σχηματίζεται μια μικρή προφυλαγμένη βάλα, με τους όμορφους βράχους να προχωρούν αρκετά προς τη θάλασσα και να κόβουν τον καιρό. Η ακτή όμως δεν έχει κάτι το ενδιαφέρον και σκεπάζεται από μεγάλες και ακανόνιστες πέτρες. Πιο πάνω ανοίγεται ο όρμος Φύκιο με καταπράσινα νερά και υπέροχο αμμώδη βυθό. Στη βοτσαλωτή όμως ακτή του, βγαίνουν πολλές βρωμιές από το βοριά και είναι καλύτερα να αγκυροβολήσουμε αρόδου. Περνώντας τον μικρό όρμο της Αγριομέλισσας που βρίσκεται στο μέσο του νησιού, φτάνουμε στο βορειοδυτικό άκρο του. Εδώ βρίσκονται οι Καστέλλοι, που αποτελούν χωρίς καμιά αμφιβολία το πιο συναρπαστικό σημείο στο Κάτω Κουφονήσι. Οι σκόρπιοι βράχοι, που σε όμορφους σχηματισμούς αναδύονται μέσα από τα γαλαζοπράσινα νερά, και η στενή παραλία κάτω από τα κάθετα κοφτά βράχια, θυμίζουν κάτι από Πόρτο Κατσίκι και Κλέφτικο. Αν είμαστε τυχεροί και επισκεφθούμε το σημείο αυτό όταν δεν φυσούν τα μελτέμια, θα απολαύσουμε ένα μαγευτικό σκηνικό.

Κουφονήσια

Γυρίσαμε σιγά σιγά προς τις ανατολικές ακτές του νησιού και περνώντας μέσα από τον δίαυλο του Γλαρονησίου, κατευθυνθήκαμε και πάλι προς την παραλία του Νερού. Άρχισε ήδη να σουρουπώνει και η λάντζα φόρτωνε τον κόσμο που περίμενε υπομονετικά στη σειρά, εκτελώντας το τελευταίο δρομολόγιο της ημέρας για το Πάνω Κουφονήσι. Εκτός από τους μόνιμους κατασκηνωτές που βρίσκονται μπροστά από τον φοίνικα, η παραλία άδειασε, οπότε βρήκαμε την ευκαιρία και αγκυροβολήσαμε πλάι από το ξύλινο μολάκι που πιάνουν οι λάντζες. Βγάλαμε τραπεζάκια και καρέκλες στην παραλία, και ανάψαμε μια μικρή φωτιά. Φτιάχνοντας μια αυτοσχέδια ψησταριά, πλέκοντας με σύρμα τις τέσσερις βέργες από τα ψαροτούφεκα,; ψήσαμε τα ψάρια που με δυσκολία βγάλαμε την προηγούμενη μέρα. Με τα ουζάκια στα χέρια και τα πόδια να βρέχονται στην ακροθαλασσιά, απολαμβάναμε το ολόγιομο φεγγάρι που κατακίτρινο ανέτειλε δειλά δειλά από τον βορινό κάβο της αντικρινής Κέρου, φωτίζοντας μαγευτικά τα γαλήνια νερά.
Την επόμενη μέρα, περιπλανηθήκαμε με τα πόδια στην ενδοχώρα του νησιού και το μεσημέρι πήραμε το κεντρικό μονοπάτι που συνδέει την παραλία του Νερού με το μικρό λιμανάκι. Είναι μια πολύ όμορφη διαδρομή κατά μήκος της ανατολικής ακτής του νησιού, ανάμεσα από σχίνα και μεγάλες φίδες, οι οποίες αναπτύσσονται ιδαίτερα αφού δεν βρίσκονται στο διαιτολόγιο των κατσικιών. Σε μισή ώρα περίπου φτάσαμε στην ταβέρνα του Βενετσάνου, όπου καθήσαμε μέχρι το απόγευμα δοκιμάζοντας τις υπέροχες γεύσεις του Γιάννη και της Σοφίας.

...keep Ribbing!