Του Θωμά Παναγιωτόπουλου

Με τη θάλασσα να εξακολουθεί για τρίτη συνεχόμενη μέρα να μας δείχνει το γλυκό της πρόσωπο, καλύψαμε γρήγορα τα 15 μίλια που χωρίζουν το Αυλάκι από το λιμάνι της Τήλου, που βρίσκεται στη νοτιοανατολική πλευρά του νησιού. Αυτή τη φορά ήμασταν αποφασισμένοι να γνωρίσουμε καλά, τόσο την ενδοχώρα όσο και τα παράλια της Τήλου.

Τήλος

Kατά έναν περίεργο τρόπο, πάντοτε την προσπερνούσαμε βιαστικά ή στην καλύτερη περίπτωση χρησιμοποιούσαμε το μικρό και συμπαθητικό λιμανάκι της, ως σταθμό ξεκούρασης και διανυκτέρευσης, σε κάθε πέρασμά μας από τα Δωδεκάνησα. Έλλειπε αν θέλετε, εκείνο το γνωστό ερέθισμα που σε σπρώχνει να επισκεφθείς έναν τόπο.
Ίσως, επειδή δύσκολα θα ακούσεις κάτι γι αυτήν ή ακόμα πιο σπάνια θα τύχει να την έχει επισκεφθεί κάποιος φίλος, ώστε να σου μεταφέρει μερικές εικόνες του νησιού. Μόνο και μόνο γι αυτό, πως δηλαδή η Τήλος παραμένει ακόμα και σήμερα ανεξερεύνητη, κρατώντας πολύ καλά κρυμμένα τα μυστικά της, με έκανε αυτή τη φορά να τη θέσω ως πρώτη προτεραιότητα σ΄ αυτήν την περιπλάνησή μας στα Δωδεκάνησα.
Και βέβαια, η έκπληξή μας ήταν μεγάλη καθώς δεν περιμέναμε σε καμιά περίπτωση να μας εντυπωσιάσει σε τέτοιο βαθμό. Πραγματικά, είναι ένα πανέμορφο νησί με εξαιρετικές παραλίες, που παραμένουν ερημικές ακόμα και μεσούσης της θερινής περιόδου, ενώ είναι ιδανικές και για διανυκτέρευση αφού προστατεύονται πολύ καλά μέσα σε βαθείς απάνεμους όρμους. Αν και τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότεροι ανακαλύπτουν το νησί, η Τήλος εξακολουθεί να μένει μακριά από τον μαζικό τουρισμό, αποτελώντας ένα από τα λιγοστά πλέον νησιά του Αιγαίου, που παραμένουν ανέγγιχτα και ανόθευτα. Μοιάζει δηλαδή, να διατηρεί τους καθημερινούς του ρυθμούς αναλλοίωτους, χωρίς την ανάπτυξη «τουριστάδικων» υποδομών και νοοτροπιών, επιτρέποντάς μας έτσι, να γνωρίσουμε τη ζωή και τις συνήθειες των κατοίκων του, καθώς και τα ιδιαίτερα χαρίσματα του νησιού, όπως ακριβώς είναι στην πραγματικότητα.

Στα Λιβάδια

Πολύ σπάνια θα ακούσουμε κάποιο σκάφος να διαταράσσει την απόλυτη γαλήνη του όρμου όπου έχουμε αγκυροβολήσει, και ακόμα πιο σπάνια θα βρεθούμε δίπλα δίπλα με κάποιο άλλο σκάφος, την ίδια στιγμή που στα περισσότερα νησιά των Δωδεκανήσων συγκεντρώνονται πλέον ολόκληροι στόλοι σκαφών αναψυχής. Ακόμη και μέσα στο λιμάνι των Λιβαδιών, υπάρχουν πολύ λίγα σκάφη αγκυροβολημένα, έχοντας έτσι την πολυτέλεια να επιλέγουμε τη βολικότερη θέση για να δέσουμε.

Τήλος

Μπαίναμε σιγά σιγά στον μεγάλο όρμο Λιβάδια, και κατευθυνθήκαμε στη βορειοδυτική πλευρά του, όπου βρίσκεται και το λιμάνι του νησιού. Δυο τρία ιστιοπλοϊκά ήταν αγκυροβολημένα όλα κι όλα, ενώ σπάνια βλέπαμε κάποιον άνθρωπο να περιφέρεται τριγύρω. Αυτό που εισπράττεις από την πρώτη κιόλας στιγμή, είναι η απόλυτη γαλήνη και η απίστευτη ησυχία που επικρατούν σε κάθε γωνιά του λιμανιού. Γύρω γύρω αναπτύσσονται τα λευκά σπιτάκια του οικισμού των Λιβαδιών, καθώς και κάποια μαγαζάκια και ταβερνάκια όπου η κίνηση είναι περιορισμένη. Μια απέραντη παραλία με μεγάλα βότσαλα ξεκινά απο το λιμάνι και καταλαμβάνοντας όλο τον μυχό του μεγάλου όρμου, φτάνει ως το μικρό λιμανάκι του Αγ. Στέφανου στην απέναντι πλευρά, το οποίο ήταν κάποτε το κυρίως λιμάνι του νησιού.
Προχωρώντας λίγα μέτρα από το σημείο που πλαγιοδετήσαμε, βρεθήκαμε στη μικρή κεντρική πλατεία, που αποτελεί και το σημείο εκκίνησης του δημοτικού λεωφορείου και των ταξί. Από εδώ ξεκινούν και οι δυο μοναδικοί δρόμοι του νησιού. Ο ένας έχει κατεύθυνση προς τα αριστερά, και τρέχει παράλληλα με τη βοτσαλωτή ακτή, καταλήγοντας στο λιμανάκι του Αγ. Στέφανου. Ο άλλος με κατεύθυνση βορινή, διασχίζει το νησί και μας οδηγεί στο Μεγάλο Χωριό και τις βορινές ακτές του.

Στο Μικρό και το Μεγάλο Χωριό

Ακολουθώντας τον τελευταίο δρόμο, σε λίγα λεπτά φτάνουμε στην παράκαμψη που οδηγεί στο Μικρό Χωριό. Ή αλλιώς, το χωριό φάντασμα. Χτισμένο στην πλαγιά του λόφου, έρημο πια, αφού εδώ και πενήντα χρόνια περίπου, οι κάτοικοί του μετακόμισαν στα Λιβάδια αφήνοντας πίσω τους ερείπια και χαλάσματα. Στέγες, παράθυρα, πόρτες και ό,τι άλλο μπορούσε να ξαναχρησιμοποιηθεί, ξηλώθηκε και μεταφέρθηκε στο λιμάνι, όπου οι Τηλιακοί έχτισαν τις νέες τους κατοικίες. Έτσι, τα 200 και πλέον λιθόκτιστα σπιτάκια, μάρτυρες του παρελθόντος, στέκονται εκεί μισογκρεμισμένα και αφημένα στο έλεος του χρόνου, αποτελώντας τώρα πια ένα από τα εντυπωσιακότερα αξιοθέατα του νησιού.

Τήλος

Εξαίρεση αποτελεί η εκκλησία της Τίμιας Ζώνης που δεσπόζει στο κέντρο του χωριού, με τους ασπρισμένους τοίχους και την κόκκινη στέγη της να ξεχωρίζουν ανάμεσα στα πέτρινα ερείπια. Τελευταία, ένα παλιό διώροφο σπίτι αναστηλώθηκε και μετατράπηκε σε ένα όμορφο μπαράκι, όπου συγκεντρώνονται τα βράδια οι τουρίστες και οι ντόπιοι από το Μεγάλο Χωριό και τα Λιβάδια. Η μουσική και ο κόσμος που πηγαινοέρχεται στα χορταριασμένα μονοπάτια, μοιάζουν να προσπαθούν να ξαναδώσουν ζωή και χρώμα στο παλιό εγκαταλελειμμένο χωριό.

Συνεχίζοντας στον κεντρικό δρόμο, συναντούμε το Μεγάλο Χωριό, που είναι και η πρωτεύουσα του νησιού και απέχει από το λιμάνι μόλις επτά χιλιόμετρα. Οι ασβεστωμένοι τοίχοι των σπιτιών, τα έντονα μπλε παράθυρα που είναι στολισμένα με πολύχρωμα λουλούδια και τα στενά σοκάκια χαρακτηρίζουν το χωριό, το οποίο είναι χτισμένο στη ρίζα του μεγάλου λόφου στην κορυφή του οποίου δεσπόζουν τα ερείπια του κάστρου των Ιωαννιτών Ιπποτών, με απεριόριστη θέα προς το πέλαγος αλλά και την ενδοχώρα. Καλοδιατηρημένο μονοπάτι μάς οδηγεί από το Μεγάλο Χωριό στο κάστρο, σε είκοσι λεπτά περίπου.
Γύρω από το Μεγάλο Χωριό απλώνεται ο μεγάλος κάμπος του νησιού, στις καλλιεργήσιμες εκτάσεις του οποίου στήριζαν και στηρίζουν ακόμα και σήμερα πολλά οι Τηλιακοί. Μέσα από το Μεγάλο Χωριό ξεκινά ο ασφαλτοστρωμένος δρόμος που κατευθύνεται προς το νότο, και διασχίζοντας τον μεγάλο κάμπο καταλήγει στην Έριστο. Την πιο μεγάλη και δημοφιλέστερη παραλία του νησιού, με πολλά αρμυρίκια στην πλατιά αμμουδιά της, η οποία εκτείνεται σε μήκος δυο χιλιομέτρων περίπου.

Κι όμως, είναι αλήθεια πως στην Τήλο ζούσαν ελέφαντες και μάλιστα σε μεγάλο αριθμό. Ανασκαφές που έγιναν στο σπήλαιο Χαρκαδιό, έφεραν στο φως χιλιάδες οστά που ανήκουν σε περισσότερους από 40 νάνους ελέφαντες με ύψος που δεν ξεπερνούσε το 1,50 μέτρο. Η «εξέλιξη» αυτή των μεγαλόσωμων θηλαστικών πιθανόν να οφείλεται στις ιδιαίτερες συνθήκες του νησιού, που είχαν να κάνουν με το άγονο έδαφος, το ηφαιστειογενές πέτρωμα και την περιορισμένη τροφή.

Τήλος

<p<Τα τελευταία χρόνια, η Τήλος γίνεται όλο και περισσότερο γνωστή ως «το νησί των ελεφάντων».
Στο σπήλαιο Χαρκαδιό βρέθηκαν ακόμα οστά από ελάφια, χελώνες και άλλων μικρών θηλαστικών, που όλα μαζί το κατατάσσουν στο πιο αξιόλογο παγκοσμίως, όσον αφορά την επιστημονική σπουδαιότητα και την αφθονία των παλαιοντολογικών ευρημάτων.
Στο μικρό Μουσείο Παλαιοντολογικών ευρημάτων που βρίσκεται στο Μεγάλο Χωριό, μπορούμε να θαυμάσουμε τους συναρμολογημένους σκελετούς των νάνων ελεφάντων, πιστά αντίγραφα των ζώων αυτών, όπως ακριβώς ήταν πριν από χιλιάδες χρόνια που ζούσαν στο νησί.

Τήλος

Στον Άγιο Παντελεήμονα

Ο κεντρικός όμως δρόμος συνεχίζει βορειοδυτικά από το Μεγάλο Χωριό και σύντομα μας βγάζει στον μεγάλο κόλπο του Αγ. Αντωνίου, στην ανατολική πλευρά του οποίου βρίσκεται το ομώνυμο μικρό ψαροχώρι. Λιγοστά σπίτια, ένα ξενοδοχείο και δυο ταβερνάκια γύρω από το μικρό λιμανάκι, όπου μπορούμε να δέσουμε απολαμβάνοντας έναν εξαιρετικά γαλήνιο τόπο. Βγαίνοντας στη δυτική πλευρά του νησιού, το τοπίο αλλάζει απότομα.

Ο δρόμος τρέχει παράκτια, ανηφορίζοντας κυριολεκτικά στο χείλος του γκρεμού και μας ανεβάζει στα 450 μέτρα, καταλήγοντας στο μοναστήρι του Αγ. Παντελεήμονα. Το επιβλητικό τοπίο με τα απότομα κατεβάσματα των ξερόβραχων στη θάλασσα, πραγματικά κόβει την ανάσα. Καταμεσής του άγονου τοπίου, μας υποδέχεται μια όαση από πλατάνια και κυπαρίσσια που περιβάλλουν το μοναστήρι.

Τα κελιά του μοναστηριού είναι άδεια πια. Μόνο ο κύριος Νίκος μένει εδώ, ο οποίος φροντίζει για τα πάντα και έχει δημιουργήσει την δική του «κιβωτό», όπου υποδέχεται τους επισκέπτες με ντόπιο κρασί και κρέατα παραγωγής του, σε ένα μαγευτικό περιβάλλον δροσιάς και ησυχίας. Αξίζει πραγματικά τον κόπο να φτάσουμε ως τον Άγιο Παντελεήμονα, που είναι και ο προστάτης του νησιού, και αν τύχει να βρισκόμαστε εκεί το απόγευμα θα θαυμάσουμε ένα από τα συγκλονιστικότερα ηλιοβασιλέματα του Αιγαίου.

Περίπλους του νησιού

Ο δυνατός αέρας δημιουργούσε έντονο κοφτό κυματισμό μέσα στον όρμο των Λιβαδιών, φέρνοντας αρκετό σπρέι στο κατάστρωμα. Αυξάνοντας τις στροφές του κινητήρα ώστε να ξεκολλήσει η γάστρα από το νερό, το δρομόμετρο έδειχνε τώρα 32 κόμβους ενώ η βελόνα της πυξίδας στρεφόταν σιγά σιγά προς το νότο. Το λιμάνι έμενε πίσω, ο καιρός στην πρύμνη, μα ο άνεμος κρατούσε καλά. Καβατζάροντας το ακρωτήρι Ρεματικό της χερσονήσου Κουτσουμπάς, μόνο η φουσκοθαλασσιά έμενε να μας θυμίζει το δυνατό βοριά, ώσπου ξεθύμανε κι αυτή για να δώσει τελικά τη θέση της στη βαθιά μπλε και γαλήνια θάλασσα. Οι στροφές χαμήλωσαν και με μικρή ταχύτητα πια, περιπλανηθήκαμε στις ακτές της Τήλου. Ο περίπλους που κανονικά δεν διαρκεί περισσότερο από μια ώρα, μας πήρε τελικά μια ολόκληρη μέρα, αφού θέλαμε να εξερευνήσουμε κάθε γωνιά του νησιού. Οι όρμοι και οι παραλίες που έχει να μας αποκαλύψει η Τήλος είναι πολλές. Σ΄ αυτό βοηθάει ιδιαίτερα η έντονα δαντελωτή ακτογραμμή του νησιού, που κρύβει ευχάριστες εκπλήξεις.

Τήλος

Στη νότια πλευρά βρίσκονται οι ομορφότεροι όρμοι που φιλοξενούν υπέροχες παραλίες, προστατευμένες πολύ καλά από τους βοριάδες, στις περισσότερες από τις οποίες μάλιστα δεν υπάρχει οδική πρόσβαση. Από το Ρεματικό και σε απόσταση μικρότερη των τριών ναυτικών μιλίων, συναντούμε τον όρμο του Αγίου Σεργίου. Περνώντας από τη μέσα πλευρά της νησίδας Χοιρονήσι, πλησιάσαμε στον μυχό του όρμου, όπου και αγκυροβολήσαμε προσωρινά. Μια υπέροχη ακτή με βότσαλα, κρυστάλλινα νερά, και μεγάλα αρμυρίκια λίγα μέτρα από την ακροθαλασσιά που εξασφαλίζουν την απαραίτητη δροσιά. Απόλυτη ησυχία και γαλήνη, καθώς ήμασταν οι μοναδικοί άνθρωποι που περπατούσαμε στην ακτή ενώ λίγο πιο πέρα, δυο μικρά καΐκια δεμένα δίπλα δίπλα, έδιναν μια γλυκιά νότα συντροφιάς στην ερημική κατά τα άλλα αυτή παραλία.

Έχοντας αποφασίσει να επιστρέψουμε στον όρμο του Αγίου Σεργίου για διανυκτέρευση, αμέσως μετά την ολοκλήρωση του περίπλου μας, συνεχίσαμε την πορεία μας δυτικότερα. Ο ένας συνέχεια μετά τον άλλον, βρίσκονται οι όρμοι του Θεολόγου, του Αγ. Κωνσταντίνου και του Σταυρού. Στρωμένες με αμμουδιά ή βότσαλο οι ερημικές παραλίες τους, αποτελούν ιδανικά αραξοβόλια για κολύμπι και ψάρεμα. Αμέσως μετά, ανοίγεται ο μεγάλος κόλπος της Ερίστου, όπου βρίσκεται η πιο πολυσύχναστη ακτή του νησιού, με πολύ όμως ελεύθερο χώρο στο απέραντο μήκος της. Κάτω από τη σκιά των αρμυρικιών που καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος της αμμουδιάς, «στεγάζεται» μεγάλος αριθμός κατασκηνωτών, που απολαμβάνουν χωρίς πολυτέλειες τα βαθυγάλαζα νερά του όρμου. Περνώντας έξω από τη νησίδα του Αγίου Αντρέα, αγκυροβολήσαμε στον δυτικότερο όρμο της νότιας πλευράς του νησιού, τον όρμο Λιμενάρι. Στον μυχό του, βρίσκεται μια μικρή ακτή, στρωμένη με καταπληκτικά μικρά βότσαλα που σε συνδυασμό με τα γαλαζοπράσινα διάφανα νερά και τα απότομα βράχια που πέφτουν στη θάλασσα, αποτελεί την ομορφότερη παραλία της Τήλου. Δύσκολα μπορείς να αντισταθείς στην μαγευτική αυτή γωνιά, όπου μηχανικά πλέον και χωρίς δεύτερη σκέψη, αφήνεις ελεύθερη την καδένα της άγκυρας να ακουμπήσει στον βυθό, που αν και βρίσκεται αρκετά μέτρα κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, διακρίνεται πεντακάθαρα και η παραμικρή του λεπτομέρεια.

Τήλος

Καβατζάροντας το ακρωτήρι Άρμενο, το νοτιοδυτικό άκρο της Τήλου, ανεβαίνουμε προς τη δυτική πλευρά του νησιού, η οποία καταλαμβάνει μικρή έκταση χωρίς την παρουσία παραλιών. Αποτελεί όμως το επιβλητικότερο κομμάτι της Τήλου, αφού χαρακτηρίζεται από πολύ απότομες ακτές, με τα σκληροτράχηλα βουνά να πέφτουν σχεδόν κατακόρυφα στη θάλασσα, συνθέτοντας συναρπαστικά τοπία. Μετά από τρία μίλια διαδρομής, περνάμε μέσα από τον δίαυλο που σχηματίζεται από τη νησίδα Γαιδουρονήσι και τη βορειοδυτική χερσόνησο του νησιού, κι ενώ η πλώρη μας στρέφεται σιγά σιγά προς την ανατολή, συναντούμε αμέσως τον μεγάλο κόλπο του Αγίου Αντωνίου. Με την είσοδό του να βλέπει απ΄ ευθείας στο βοριά, υποδέχεται όλη τη μανία των κυμάτων που σκάνε με δύναμη στις ακτές του. Στη δυτική του πλευρά βρίσκεται η όμορφη παραλία Πλάκα, που συγκεντρώνει αρκετό κόσμο αφού εδώ καταλήγει χωματόδρομος κάνοντας εύκολη την πρόσβαση.
Στην ανατολική πλευρά του ίδιου κόλπου βρίσκεται το μικρό λιμανάκι του Αγίου Αντωνίου, ιδανικός σταθμός για ξεκούραση και φαγητό πλάι στη θάλασσα. Μπαίνοντας για λίγο στον όρμο του Αγ. Νικολάου που βρίσκεται στο βορειότερο άκρο του νησιού, μην μπορώντας να σταθούμε από τον ενοχλητικό κυματισμό, συνεχίσαμε προς την ανατολική πλευρά της Τήλου. Πλέοντας πολύ κοντά στις ακτές του όρμου Λεθρών, που σχηματίζεται ανάμεσα στις νησίδες Πρασούδα και Γάιδαρος, φτάσαμε στο στενό πέρασμα του νότιου άκρου της νησίδας Γάιδαρος και της μεγάλης στεριάς. Τριμάραμε το πόδι του κινητήρα όσο πιο ψηλά γινόταν, και πολύ προσεκτικά περάσαμε από το ρηχό πέρασμα. Αφήσαμε δεξιά μας το Χοχλακάρι, μια πολύ μικρή και όμορφη ακτή που απαγκιάζει πολύ καλά από τους βοριάδες, και κλείναμε τον περίπλου μας μπαίνοντας στον όρμο των Λιβαδιών. Γεμάτοι με τις μοναδικές εικόνες που μας χάρισαν οι καθαρές θάλασσες, τα επιβλητικά τοπία και η παρθένα φύση, βγήκαμε στο λιμάνι για ανεφοδιασμό σε καύσιμα, τρόφιμα και πάγο. Μετά από λίγο κατευθυνθήκαμε ξανά στη νότια πλευρά του νησιού, όπου είχαμε σκοπό να διανυκτερεύσουμε.

Στην παραλία του Αγίου Σεργίου

Με τη δύση του ηλίου, φουντάραμε τις άγκυρες στο μέσο περίπου της παραλίας του Αγίου Σεργίου και πρυμοδετήσαμε, αφήνοντας πολλά μέτρα σχοινί, στον κορμό ενός από τα αρμυρίκια που βρισκόταν στο ξεκίνημα της ακτής. Μετά από ένα υπέροχο γεύμα πάνω στα φουσκωτά, πέσαμε νωρίς για ύπνο, με μια θάλασσα να θυμίζει περισσότερο λίμνη.

Τήλος

Τίποτα βέβαια δεν πρόδιδε την περιπετειώδη βραδιά που θα ακολουθούσε λίγες ώρες αργότερα. Για άλλη μια φορά παραπλανηθήκαμε από το γλυκό πρόσωπο της θάλασσας και την απόλυτη άπνοια που σκέπαζε τον όμορφο όρμο. Ήταν δύο η ώρα μετά τα μεσάνυχτα, όταν πεταχτήκαμε όρθιοι από το εκκωφαντικό ουρλιαχτό των σπιλιάδων που κατέβαιναν με μανία μέσα από το ρέμα που σχημάτιζαν τα βουνά της ακτής. Ανοίγοντας το παράθυρο της πλωριάς τέντας, μείναμε έκπληκτοι αντικρίζοντας σε απόσταση λίγων μόνο εκατοστών τα κοφτερά βράχια του δυτικού άκρου της παραλίας.
Ήμασταν τόσο κοντά στα βράχια, που με τα χέρια τα σπρώχναμε για να απομακρυνθούμε από τις επικίνδυνες προεξοχές τους. Και να σκεφτεί κανείς, πως είχαμε αγκυροβολήσει στα μέσα της παραλίας. Οι πολύ μακριές πρυμάτσες όμως, καθώς και το μεγάλο έκταμα του αγκυρόσχοινου, έδιναν τη δυνατότητα μεγάλης διαδρομής προς τα πλάγια των φουσκωτών, με αποτέλεσμα τα σκάφη σπρωγμένα από τον δυνατό αέρα να πλησιάσουν στα βράχια που απείχαν σαράντα περίπου μέτρα από το σημείο αγκυροβολίας. Ευτυχώς είχαμε προνοήσει και ελέγξαμε από πριν τις άγκυρες, που ήταν πολύ καλά πιασμένες στο βυθό, γιατί διαφορετικά με το συνεχές φερμάρισμα της πρυμάτσας είναι βέβαιο πως θα ξεσέρναμε και τότε τα πράγματα θα εξελισσόταν πολύ άσχημα. Μας πήρε πάνω από μια ώρα για να απομακρυνθούμε δέκα μόλις μέτρα από τα βράχια, τραβώντας μέσα στο απόλυτο σκοτάδι, με όλες μας τις δυνάμεις τις πρυμάτσες, προσπαθώντας να υπερνικήσουμε την αντίσταση των φουσκωτών που ήταν απίστευτη. Οι τρομακτικά δυνατές σπιλιάδες με τις οποίες κατέβαινε ο ορμητικός άνεμος από τις πλαγιές των βουνών, που κάποιες στιγμές οι ριπές τους ξεπερνούσαν τα οκτώ μποφόρ, μας ξανάριχναν πίσω στα βράχια μην μπορώντας να συγκρατήσουμε τις πρυμάτσες, κι ας προσπαθούσαμε με όλες μας τις δυνάμεις. Έχοντας και το φόβο μήπως και ξεσύρουν κάποια στιγμή οι άγκυρες, μείναμε ξάγρυπνοι μέχρι το πρωί οπότε και έπαψαν να φυσούν οι δαιμονισμένοι καταβατικοί άνεμοι. Μετά από την απρόσμενη και άγρια εξέλιξη της νύχτας, επανήλθε και πάλι η ησυχία και η απόλυτη γαλήνη στην μικρή μας ακτή. Εμείς όμως ήμασταν τόσο εξαντλημένοι που χωρίς να το καταλάβουμε πέσαμε σε βαθύ ύπνο μέχρι το μεσημέρι.

...keep Ribbing!