Του Θωμά Παναγιωτόπουλου

Αφήναμε πίσω μας τον κάβο Σίδερο, το βορειοανατολικότερο άκρο της Κρήτης, και βγάλαμε πορεία για το Φρυ, την πρωτεύουσα της Κάσου, που βρίσκεται στα μέσα περίπου της βόρειας πλευράς του νησιού. Είχαμε να διανύσουμε μια απόσταση 31 ναυτικών μιλίων.



Με τον καιρό στην αριστερή μας μάσκα, φανερά εξασθενημένο, ταξιδεύαμε άνετα με το δρομόμετρο να αγγίζει τους 22 κόμβους. Πλησιάζοντας στις ακτές της Κάσου, αποφασίσαμε να αποκλίνουμε λίγο της πορείας μας και κατευθυνθήκαμε προς τα Κασονήσια. Είναι ένα σύμπλεγμα μικρών νησίδων που βρίσκονται 2 νμ βορειότερα. Προορισμός μας, το μεγαλύτερο απ’ αυτά, τα Αρμάθια. Προσεγγίσαμε στη νότια πλευρά του, όπου βρίσκονται τα Μάρμαρα, μια εξαιρετική παραλία με ψιλή άμμο και υπέροχα νερά, που προστατεύεται από τους βοριάδες. Αγκυροβολήσαμε προσωρινά και απολαύσαμε το απογευματινό μας μπάνιο. Με την δύση του ηλίου, βάλαμε πλώρη για το γειτονικό Φρυ. Με δυσκολία χωρέσαμε ανάμεσα στις ψαρόβαρκες, στην προκυμαία του Εμπορειού, που βρίσκεται λίγο πιο πέρα. Δέσαμε γρήγορα γρήγορα και βγήκαμε για μια μικρή βόλτα πριν μας πιάσει η νύχτα.
Η πρώτη εικόνα που αποκομίσαμε γι αυτόν τον ξερόβραχο του νοτιοανατολικού Αιγαίου, σε αντίθεση με την αφιλόξενη όψη του, ήταν η ζεστή και φιλική ατμόσφαιρα που σε κερδίζει από την πρώτη κιόλας στιγμή. Η επίσκεψή μας στην Κάσο, νησί με πλούσια ιστορική κληρονομιά και μεγάλη ναυτική παράδοση, ήταν πραγματικά μια ξεχωριστή εμπειρία.  
Οι ευγενικοί κάτοικοί του, τα παλιά διώροφα σπιτάκια με έντονα τα σημάδια του χρόνου πάνω τους, τα τσιμεντένια στενά δρομάκια, το γραφικό λιμανάκι της Μπούκας και η απουσία σύγχρονων υποδομών, χαρακτηρίζουν τον ανόθευτο αυτόν τόπο, που επιμένει να διατηρεί τους δικούς του, ξεχωριστούς ρυθμούς. Όλα εδώ μαρτυρούν πως η ανεξέλεγκτη ομοιογενοποίηση των πάντων, δεν άγγιξε αυτόν τον τόπο, που εξακολουθεί να διατηρεί τις παραδόσεις και τα έθιμά του, αδιαφορώντας για τα όσα συμβαίνουν γύρω του. Είναι ένα νησί που προσφέρεται για ήσυχες διακοπές, διαθέτοντας μάλιστα αρκετές παραλίες συγκριτικά με τους άνυδρους και άγονους βράχους που πέφτουν απότομα στη θάλασσα.
ΚάρπαθοςΟ περίπλους του νησιού, όταν βέβαια ο καιρός το επιτρέπει, θα μας αποκαλύψει πολύ όμορφα σημεία για κολύμπι. Στο νοτιοδυτικό άκρο του νησιού, βρίσκεται το Αυλάκι, ασφαλής όρμος στους βοριάδες που αποτελούσε καταφύγιο για τα κασιώτικα καράβια. Στον μυχό του, σχηματίζεται μια υπέροχη μικρή παραλία με διάφανα νερά. Λίγο πιο πέρα συναντούμε τη μικρή παραλία της Χοχλακιάς, ενώ η αμμουδιά της Αγκάλης με τα απόκρημνα βράχια γύρω της, μας εντυπωσίασε περισσότερο.
Το μεσημεράκι της επόμενης μέρας, αφού παραπλεύσαμε τις νότιες ακτές της Κάσου, φτάσαμε στο βορειοανατολικό άκρο του νησιού και από εκεί βάλαμε ρότα για τον νότιο κάβο της Καρπάθου, στα 6 νμ. Περιπλέοντας την νοτιοανατολική ακτογραμμή του νησιού, μετά από 10 νμ μπήκαμε στον όρμο Πηγάδια, όπου βρίσκεται και το λιμάνι. Αφού ανεφοδιαστήκαμε σε καύσιμα, καταστρώναμε τα σχέδιά μας, απολαμβάνοντας τον καφέ μας σε παραλιακή καφετέρια. Απλώσαμε στο τραπέζι τον χάρτη της Καρπάθου και ψάχναμε να βρούμε ένα λιμανάκι που θα μας φιλοξενούσε για λίγες μέρες, ενώ παράλληλα θα το χρησιμοποιούσαμε ως ορμητήριο για τις καθημερινές μας εξορμήσεις. Καταλήξαμε στο Διαφάνι, που βρίσκεται βορειοανατολικά του νησιού. Η επιλογή μας αυτή στηρίχτηκε στους παρακάτω λόγους:
• Είναι γραφικό και ήσυχο χωριουδάκι με ασφαλές λιμάνι. Λειτουργούν ταβέρνες, υπάρχουν αρκετά ενοικιαζόμενα δωμάτια, ενώ αξιομνημόνευτη είναι η φιλοξενία των κατοίκων.
• Μας χώριζαν λίγα μόνο μίλια από εκπληκτικές ακτές, όπως ο Αγ. Μηνάς, η κυρά Παναγιά, η παραλία Αχάτας και Απέλλας. Οι όρμοι αυτοί βρίσκονται νότια από το Διαφάνι, με κατεύθυνση προς τα Πηγάδια.
• Σε κοντινή απόσταση, στο βορειοδυτικό άκρο του νησιού βρίσκεται το Τρίστομο, φυσικός όρμος μήκους δύο χιλιομέτρων και πλάτους τριακοσίων μέτρων. Τα παλιά και ερειπωμένα σπιτάκια με μισοβυθισμένες τις αυλές τους, σε ταξιδεύουν σε περασμένες εποχές, τότε που στον μακρόστενο αυτόν όρμο κατέφευγαν στόλοι ολόκληροι καραβιών για να απαγκιάσουν. Σήμερα χρησιμοποιείται ως καταφύγιο από τους ψαράδες όταν το Καρπάθιο αγριεύει.
Καστελόριζο• Πολύ κοντά, 15 λεπτά περίπου με το λεωφορείο, βρίσκεται η Όλυμπος, επίνειο της οποίας είναι το Διαφάνι. Η προσέγγιση της Ολύμπου, οδικώς από τα Πηγάδια, είναι πολύ δύσκολη λόγω του δύσβατου χωματόδρομου. Η επίσκεψη σ’ αυτό το ορεινό χωριό είναι μια αληθινή εμπειρία. Εδώ ο χρόνος κυριολεκτικά έχει σταματήσει. Βρισκόμαστε στο παραδοσιακότερο χωριό της χώρας μας, όπου ακόμα και σήμερα οι γυναίκες κυκλοφορούν στα στενά δρομάκια με τις χαρακτηριστικές τοπικές ενδυμασίες, γεμάτες με πολύχρωμα λουλούδια και κοσμήματα. Το παλιό τσαγκαράδικο, οι ξυλόφουρνοι, οι ανεμόμυλοι, τα παλιά καφενεδάκια. Είδη προς εξαφάνιση σε άλλους τόπους, εδώ όμως αποτελούν ζωτικά στοιχεία της καθημερινής ζωής των ντόπιων. Τα κυβόσχημα σπιτάκια, σκαρφαλωμένα στην απότομη πλαγιά του λόφου, φτάνουν μέχρι την κορυφογραμμή, όπου παίρνουν την σκυτάλη οι διάσημοι πλέον, παλιοί ανεμόμυλοι. Ολόκληρο το χωριό, είναι φωλιασμένο ανάμεσα σε ψηλά και απροσπέλαστα βουνά, απομονωμένο από τον υπόλοιπο κόσμο. Οι λιγοστοί κάτοικοι λατρεύουν τον τόπο τους και είναι πιστοί στα έθιμα και στις παραδόσεις τους, φροντίζοντας να παραμείνουν αναλλοίωτα στο πέρασμα των χρόνων.
• Λίγα μίλια βορειότερα βρίσκεται η νησίδα Σαρία, που χωρίζεται από την Κάρπαθο με έναν στενό δίαυλο λίγων μέτρων. Στο βορειοανατολικό άκρο της νησίδας συναντούμε τον όρμο Παλάτια, στον μυχό του οποίου υπάρχει βοτσαλωτή παραλία με μια σειρά από αρμυρίκια, που μας προσφέρουν την πολύτιμη σκιά τους. Στις πλαγιές, δεξιά και αριστερά από την παραλία, διακρίνεται ολόκληρος οικισμός από χαμηλά θολωτά κτίσματα, άλλα μισογκρεμισμένα και άλλα ακέραια, πιθανές κατασκευές Σαρακηνών πειρατών που είχαν επιλέξει αυτόν τον τόπο ως ορμητήριο για τις επιδρομές τους.
Η Κάρπαθος ήταν μια ευχάριστη αλλά και απρόσμενη έκπληξη. Ένα στολίδι της Δωδεκανήσου, με το δικό της ξεχωριστό χρώμα, με την δική της ξεχωριστή πορεία μέσα στον χρόνο. Σε καμιά περίπτωση δεν περιμέναμε να μας εντυπωσιάσει σε τέτοιο βαθμό. Ίσως επειδή δεν είχαμε ακούσει ποτέ κάτι γι αυτήν, είτε γιατί δεν έτυχε να γνωρίσουμε κάποιον που να την έχει επισκεφθεί είτε γιατί φροντίζει να περνά απαρατήρητη σε σχέση με άλλους πολυδιαφημιζόμενους ταξιδιωτικούς προορισμούς.
Περάσαμε τέσσερις υπέροχες μέρες στο νησί, γεμάτες με ονειρεμένες εικόνες. Θέλαμε να παραμείνουμε περισσότερο, μα δεν μας έπαιρνε ο χρόνος.
Κάποιο πρωινό λοιπόν, σαλπάραμε για την γειτονική Χάλκη. Από το Διαφάνι η απόσταση είναι 34 νμ, σε πορεία 31 μοιρών.

Στο θρυλικό Καρπάθιο
KastellorizoΤο Καρπάθιο μας είχε πάρει στην αγκαλιά του για τα καλά. Γνωρίζαμε όμως  πολύ καλά, πως δεν διασχίζαμε μια οποιαδήποτε θάλασσα. Ίσως να είναι η δυσκολότερη θάλασσα του Αιγαίου, που χιλιάδες φήμες την έχουν ζωσμένη. Απ’ τη μυθολογία μέχρι τις «μυθοπλασίες», που μπορεί να ήταν και αλήθειες, κάποιων φίλων που τη διασχίσανε στο παρελθόν. Ότι πολλές φορές τα διασταυρούμενα κύματά της, την κάνουν κυριολεκτικά να βράζει ή ότι τα απειλητικά κύματά της αναδιπλώνονται επικίνδυνα. Παρ’ όλα αυτά, ως λάτρεις των θαλάσσιων δρόμων, ανυπομονούσαμε να διασχίσουμε το «θρυλικό» Καρπάθιο. Δεν σας κρύβω όμως, πως το μετριοπαθές 4αράκι που είχαμε μπροστά μας, έγινε η αιτία να μας εγκαταλείψει εκείνο το γλυκό τσίμπημα της πρόκλησης, ενώ οι αγωνίες που είχαμε εξαρχής, έδιναν σιγά σιγά τη θέση τους στην ηρεμία και άρχισε να μας συνεπαίρνει η ομορφιά του ταξιδιού. Έτσι, ο καθένας μας απολάμβανε την στρωτή πλεύση μας, καθώς η πλώρη χάραζε με σιγουριά τον χαμηλό κυματισμό. Που και που, κάποιο άναρχο κύμα που τράνταζε το φουσκωτό, μας αποσπούσε από τη γλυκιά νωχέλεια του ήλιου που είχε ήδη ανέβει ψηλά στον ορίζοντα. Πλησιάζοντας τον ορεινό όγκο της Χάλκης, το ελαφρύ βοριαδάκι έχανε σιγά σιγά κι αυτή τη λιγοστή του δύναμη, και μιαν απέραντη μπουνάτσα απλωνόταν τώρα μπροστά στην πλώρη μας. Σε λίγη ώρα, μπαίναμε στο μαγευτικό λιμανάκι της Χάλκης, όπου σκοπεύαμε να κάνουμε μια μικρή στάση. Όποτε περνάμε από τούτα εδώ τα νερά, πάντοτε βρίσκουμε χρόνο έστω και για ένα καφεδάκι, στον ονειρεμένο αυτόν τόπο.  
Μας απέμεναν ακόμα 34 νμ έως το λιμάνι της Ρόδου, όπου είχαμε σκοπό να διανυκτερεύσουμε και την επομένη να ξεκινούσαμε για τον τελικό προορισμό του ταξιδιού μας , το Καστελόριζο.
Ο δυνατός ήλιος μας είχε ψήσει τα πρόσωπα, και μετά από ταξίδι μιάμισης ώρας, δέναμε στην Κολώνα, το ασφαλές αλιευτικό καταφύγιο που βρίσκεται μέσα στο λιμάνι της Ρόδου. Εκεί μας περίμεναν κάποιοι καλοί μας φίλοι, οι οποίοι το βράδυ μας «παρέσυραν» σ’ ένα ταβερνάκι κάπου στην Καλλιθέα. Όλοι μαζί, γύρω από ένα μεγάλο τραπέζι στολισμένο με φούσκες, κυδώνια, γερμανούς και αχινοσαλάτες, χαρούμενοι που συναντηθήκαμε μετά από πολύ καιρό, πίναμε τα ουζάκια μας και αρχίσαμε την γνωστή θαλασσοκουβεντούλα. Με γέλια και πειράγματα που δεν είχαν τελειωμό, ξεπεράσαμε κατά πολύ τα μεσάνυχτα

Ρω - Καστελόριζο
Χαράματα, αφήναμε πίσω μας το λιμάνι της Ρόδου. Είχαμε να καλύψουμε 67 νμ έως το νησάκι της Ρω και στη συνέχεια άλλα 4 νμ έως το Καστελόριζο. Μπήκαμε σε πορεία 100 μοιρών, ενώ η θάλασσα άρχισε ήδη να ρυτιδιάζει. Όσο ο ήλιος ανέβαινε στον ορίζοντα, τόσο ο καιρός φόρτωνε. Δεν μας ένοιαζε όμως. Τον είχαμε πίσω μας, ενώ το μυαλό μας ήταν στον τελικό μας προορισμό. Ούτε που καταλάβαμε πως πέρασαν δυόμιση ώρες και μπροστά μας άρχισε να διαγράφεται το νησάκι της δοξασμένης Κυράς. Βέβαια, ήμασταν αρκετά ανήσυχοι περνώντας τόσο κοντά από τα τουρκικά παράλια, μιας και εκείνη την εποχή οι διακρατικές σχέσεις ήταν ιδιαίτερα τεταμένες. Βλέποντας στον χάρτη, τον μεγάλο και ασφαλή όρμο που διαγραφόταν στη νότια πλευρά της νησίδας, κατευθυνθήκαμε προς τα εκεί, ψάχνοντας  να βρούμε το μνημείο- τάφο της Δέσποινας Αχλαδιώτη, ή αλλιώς της Κυράς της Ρω, η οποία μέχρι τα 92 της χρόνια ύψωνε περήφανα την ελληνική σημαία στον ξεχασμένο αυτόν τόπο. Μάταια όμως. Αποφασίσαμε τότε να ανεβούμε στην κορυφή του λόφου για να προσανατολιστούμε. Κάπου στα μισά της διαδρομής δυο φαντάροι μας έκοψαν τον δρόμο και φανερά απορημένοι με την παρουσία μας σ’ αυτόν τον απομακρυσμένο τόπο, μας ενημέρωσαν πως απαγορεύεται να συνεχίσουμε. Είχαν όμως την καλή διάθεση να μας συνοδεύσουν έως τον βορειοδυτικό όρμο του νησιού, όπου βρίσκεται και το σημείο όπου αναπαύεται η «γενναία γερόντισσα». Παρατηρώντας προσεκτικά την κορυφογραμμή του νησιού, διακρίναμε τους φαντάρους, που διασκορπισμένοι παντού, έλεγχαν με τα κιάλια τους κάθε περαστικό πλεούμενο. Με εικόνες που μόνο ειρηνική περίοδο δεν θύμιζαν, αναχωρήσαμε για τον γειτονικό πλέον, πολυπόθητο προορισμό μας.

Στο Καστελόριζο
Βρισκόμασταν στην είσοδο του λιμανιού, που πριν από λίγες μέρες φάνταζε απίστευτα μακρινό. Αργά αργά το φουσκωτό προχωρούσε μέσα στην αγκαλιά του υπήνεμου όρμου. Ζούσαμε ένα όνειρο. Όλα έμοιαζαν παραμυθένια. Μια ζωγραφιά όλος ο τόπος. Η γοητεία αυτού του νησιού είναι τόση που για πολύ ώρα μείναμε αμίλητοι και συνάμα συγκινημένοι. Συγκινημένοι, γιατί σε κάθε γωνιά αυτού του τόπου είναι αποτυπωμένη η μακρόχρονη ιστορία του. Γιατί απλούστατα, φτάσαμε στο πιο απομακρυσμένο κομμάτι της χώρας μας, απέναντι από το στόμα του λύκου.
Ήμασταν όμως συγκινημένοι και για έναν άλλο λόγο.
Φτάσαμε στη δική μας «Ιθάκη».
KastelorizoΣυνεπαρμένοι και μαγεμένοι από το ανεπανάληπτο θέαμα, κανένας μας δεν πρόσεξε πως ήρθαμε κατάπλωρα με ένα αγκυροβολημένο ιστιοφόρο. Λίγο έλειψε να καταγράψουμε την πρώτη μας μετωπική σύγκρουση.
Κάποιος πιο πέρα μας έκανε σινιάλο με τα χέρια, καθοδηγώντας μας σε συγκεκριμένο σημείο, όπου τελικά και δέσαμε. Την πρόθεσή του αυτή την εκλάβαμε ως ένδειξη καλωσορίσματος και φιλοξενίας. Σε αντάλλαγμα όμως, βρεθήκαμε στο ταβερνάκι του για φαγητό. Ακολούθησε η αναζήτηση δωματίου και αφού τακτοποιηθήκαμε, σκορπίσαμε στα στενά δρομάκια. Εξερευνήσαμε κάθε γωνιά, παρατηρώντας και φωτογραφίζοντας τα όμορφα αρχοντικά, ώσπου άρχιζε να σκοτεινιάζει. Η περιπλάνηση στα στενάκια της μικρής αυτής πολιτείας είναι μια ξεχωριστή εμπειρία. Τα φώτα αρχίζουν να ανάβουν, προσδίδοντας μια παραμυθένια όψη στον τόπο, ενώ ο κόσμος έβγαινε σιγά σιγά για την βραδινή του περατζάδα πλάι στη γαλήνια θάλασσα του λιμανιού.
Την επόμενη μέρα, η ανατολή του ήλιου μας βρήκε στο κάστρο, που βρίσκεται στην άκρη του λιμανιού. Πλάι στην τεράστια γαλανόλευκη, αγναντεύαμε τις πολυάριθμες νησίδες που άλλες είναι ελληνικές και άλλες τούρκικες. Μέσα στο λιμάνι, το Καστελόριζο αυτήν την ώρα ντύνεται στα πιο γλυκά του χρώματα. Η θέα από αυτό το σημείο είναι μαγευτική. Καθισμένοι για αρκετή ώρα στην άκρη του βράχου, παρατηρούσαμε τα πολύχρωμα μονώροφα και διώροφα σπιτάκια, κολλητά το ένα στο άλλο κατά μήκος της ακτογραμμής του λιμανιού. Λιτά και απέριτα, με τα μικρά πορτοπαράθυρά τους και τα μπαλκονάκια τους να βλέπουν στη θάλασσα. Όπου κι αν ρίξεις το βλέμμα σου, όποια γωνιά κι αν κοιτάξεις, η ομορφιά είναι τέτοια που σε αφοπλίζει. Γοητευμένοι από τις εικόνες που ξεδιπλώνονταν μπροστά μας, φέραμε στο νου μας κάποιες παλιές φωτογραφίες που ήταν αναρτημένες σε πολλά μαγαζάκια. Τότε που τα κατάρτια των καραβιών σχημάτιζαν ολόκληρο «δάσος», στριμωγμένα για να χωρέσουν στο λιμάνι. Τότε που σ’ αυτόν τον τόπο ζούσαν μερικές χιλιάδες άνθρωποι, ενώ η γειτονιά κάτω από το κάστρο ήταν πυκνοκατοικημένη με διώροφα αρχοντόσπιτα. Τώρα μόνο συκιές και θάμνοι υπάρχουν στην πλαγιά του μικρού λόφου, ενώ όλοι οι κάτοικοι του νησιού δεν ξεπερνούν τις 200 ψυχές. Ό,τι έμεινε όρθιο από τον καταστροφικό σεισμό του 1926, καταστράφηκε κι αυτό, από τα γερμανικά βομβαρδιστικά στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Η στρατηγική θέση του νησιού με το ασφαλές λιμάνι του ήταν το μήλο της έριδος για πολλούς κατακτητές.
Αφού ήπιαμε το καφεδάκι μας σ΄ ένα από τα τραπεζάκια, πλάι στο φουσκωτό, γεμάτοι διάθεση κατευθυνθήκαμε στο βενζινάδικο για ανεφοδιασμό. Ο βενζινάς ανοίγει το πρατήριο για μια ώρα το μεσημέρι και μάλιστα μέρα παρά μέρα. Κι αυτό γιατί έχει κι άλλες υποχρεώσεις στο νησί. Μέχρι και σερβιτόρος είναι. Αφού περιμέναμε υπομονετικά στην ουρά που σχημάτιζαν αρκετά μικρά σκάφη, γεμίσαμε με καύσιμα και ξεκινήσαμε για τον περίπλου της Μεγίστης, όπως ήταν παλιότερα γνωστό το Καστελόριζο.
Πλέοντας πολύ κοντά στις βραχώδεις ακτές του, δεν αργήσαμε να το φέρουμε μια βόλτα, αφού η ακτογραμμή του δεν ξεπερνά τα 9 νμ.
Τελικά καταλήξαμε στη νοτιοανατολική πλευρά του νησιού, όπου βρίσκεται η περίφημη «Γαλάζια σπηλιά» ή αλλιώς Φωκιαλή. Μόνο μια μικρή βάρκα
μπορεί να χωρέσει από τη χαμηλή και στενή είσοδό της. Εμείς μπήκαμε κολυμπώντας και μείναμε άφωνοι μπροστά σ’ ένα ονειρεμένο θέαμα. Τα χρώματα του νερού από τις αντανακλάσεις του ήλιου ήταν πρωτόγνωρα. Πανδαισία χρωμάτων, με όλες τις αποχρώσεις του μπλε να συναγωνίζονται σε ομορφιά, ενώ οι σταλακτίτες και οι σταλαγμίτες σε περίεργα σχήματα έκαναν ακόμα πιο εντυπωσιακό το μαγικό αυτό σκηνικό. Ίσως έχουν δίκαιο, όσοι υποστηρίζουν πως πρόκειται για το ομορφότερο σπήλαιο της Μεσογείου.